Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Πλατεία Βικτωρίας


μπορείς να συνηθίσεις την ασκήμια αυτής της πόλης ή μπορείς να ψυτέψεις μια ανάμνηση στο τσιμέντο. θυμάμαι χρώματα, μουσικές απο γραμμόφωνο, απο πικάπ, απο κασετόφωνο, απο γουόκμαν, απο mp3 player.
η ίδια νότα, η ίδια μελωδία, η ίδια ηδονή.
θυμάμαι κάθε λέξη που έχω γράψει στο τετράδιο του έρωτα, στον τοίχο της μοναξιάς.
εκείνη τη μαγική νύχτα στη πλατεία Βικτωρίας. είχα έρθει απο τη Νέα Υόρκη, είχες έρθει απο κάπου μακρύτερα. ρωτούσες τον περιπτερά που είναι το ξενοδοχείον Αίγλη στην Καλλιδρομίου, αγόραζα Μάλμπορο κόκκινο σκληρό γιατί πίστευα ότι ήμουν καουμπόι. σου χαμογέλασα αντρίκια. κάτι έντιμο είδες στο βλέμμα μου και στάθηκες να με κοιτάς ουδέτερα σαν να ήμουν κι εγώ ένα αξιοθέατο αυτής της αλλόκοτης πόλης.
-προς τα εκεί πηγαίνω, σου είπα, μπορείς να πάρεις ταξί θα πληρώσεις διπλή ταρίφα ή μπορούμε να περπατήσουμε, να φυτέψουμε μια ανάμνηση.
το βλέμμα σου παρέμενε ουδέτερο οπότε συνέχισα. θα σου δείξω τα αξιοθέατα, θα σε ξεναγήσω στα Εξάρχεια, τη συνοικία των εξεγερμένων, των μικρών αφελών πολιορκημένων. θα σου δείξω τη μάσκα του Αγαμέμνονα στο μουσείο ...
-είναι περασμένα μεσάνυχτα, δεν το είπες ως αντίρρηση ούτε ως παράπονο.
-είναι περασμένα μεσάνυχτα, δεν ακούστηκε τόσο μελωδικό όταν το επανέλαβα. τότε θα σταθούμε στον προαύλιο χώρο κάτω απο τους φοίνικες και θα στη ζωγραφίσω. έχω ειδητική αντίληψη. αυτό που ο κόσμος αποκαλεί φωτογραφική μνήμη. ακούγομαι πιο σημαντικός όταν λέω ειδητική αντίληψη. έχω και άλλο χάρισμα, είμαι ο πιο γρήγορος ποιητής του κόσμου. για του λόγου το αληθές έβγαλα το σημειωματάριο μου και άρχισα να γράφω.
"δεν θα σε εγκαταλείψω όπως ο Θησέας την Αριάδνη
δεν θα σηκώσω χέρι να σου κάνω κακό
όπως ο Ηρακλής την Μεγάρα
σαν Οδυσσέας θα σε ψάξω
καθώς τα μωβ λουλουδάκια
πέφτουν σαν βροχή στα μαλλιά σου
θα κλέψω την Αργώ
θα σε πάω βόλτα στο Αιγαίο
το πρώτο νησί που θα βρούμε
θα το βαφτίσω με το ονομά σου
κήπο θα φτιάξω με λωτούς
φράουλες και αβοκάντος
θα σου φτιαχνώ γρανίτες πολύχρωμες
κάθε πρωί
γιατί ο έρωτας είναι ναυάγιο
απο το οποίο δεν θέλω να με σώσει κανείς."
πήρες το σημειωματάριο κι άρχισες να διαβάζεις. πριν προλάβω να ντραπώ γιατί είχα γράψει το πιο ηλίθιο ποίημα που έχει γραφτεί, χαμογέλασες και μετά γέλασες.
Ήταν σαν να ξημέρωσε η πλατεία όλη.


Γιώργος Τρίκερι
charliemj94@gmail.com