Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Πόπη


Κάθομαι στα σκαλιά ενός σπουδαίου κτηρίου, πανεπιστήμιο ή χαρτοπαικτική λέσχη, δεν βλέπω την ταμπέλα. Καταβροχθίζω μια γκοφρέτα με υπέρμετρη απόλαυση. Είναι μια Τετάρτη, ενός Απρίλη, κάποιου έτους. Ο εγωισμός μου καλά κρατεί και βλέπω να με αγαπώ τόσο όσο χρειάζεται για να με συμφέρει που υπάρχω. Έχω στην τσέπη μου 1 ευρώ και το μυαλό μου ταλανίζει μια σοβαρή σκέψη επενδυτικού χαρακτήρα, να αγοράσω ένα πακέτο πατατάκια ή να ποντάρω στο άσπρο κουκλάκι του μηχανήματος με το μαγικό χέρι. Σκέφτομαι … και πάνω στη σκέψη της επιλογής λοξοδρομώ του σκοπού και κοιτάζοντας το διεστραμμένο παιχνίδι που χουφτώνει κουκλάκια θυμάμαι την Πόπη. Α, η Πόπη ένα παιχνίδι στα χέρια μου, μια κούκλα σιλικόνης, ένα όνειρο αξημέρωτο. Ήμουν ο εαυτός μου με αυτό το πλάσμα μιας και ο δείκτης ευφυΐας της δυσκολευόταν να καταλάβει την καταστροφική μου υπόσταση στις ζωές των ανθρώπων. Α ρε Πόπη μπέρδευες το δεξιά με το αριστερά και έστριβες λάθος στις γωνίες, πίστευες ότι αν μάθαινες να οδηγείς ένα κόκκινο αυτοκίνητο για να οδηγήσεις ένα άσπρο έπρεπε να πάρεις νέο δίπλωμα. Α ρε Πόπη στις παρτούζες χανόσουν και με έπαιρνες τηλέφωνο να με ρωτήσεις που είμαι. Έχω 1 ευρώ στην τσέπη και ένα ξανθό παρελθόν στις επιστήμες. Κάθομαι στα σκαλιά ενός σπουδαίου κτηρίου, πανεπιστήμιο ή χαρτοπαικτική λέσχη, δεν βλέπω την ταμπέλα. Κάθομαι στο σωστό μέρος.

Αυγή Βυθούλκα, 2/4/2015