Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Σ’ ένα μέρος άγνωστο, δίπλα στη θάλασσα… πάντα



Μας φιλοξενεί ένας άντρας πλούσιος, 
το σπίτι του έχει μια πισίνα ενωμένη οπτικά με τον ορίζοντα της θάλασσας, 
μα μ' ένα ψηλό, διάφανο τείχος να χωρίζει τις δυο υδάτινες επιφάνειες
-ή μάζες καλύτερα;-
γιατί τα κύματα είναι στην πρώτη ματιά τρομακτικά, τεράστια, 
σπειροειδή όπως απεικονίζονται γύρω απ’ τις αρχαίες τριήρεις.
Μα στην πορεία νιώθεις ασφάλεια, 
την ασφάλεια που παρέχει ένα καλοστημένο κι ακριβοπληρωμένο σύστημα 
ενάντια στα θεριά της φύσης, τα καιρικά φαινόμενα, τα ζώα και τους ανθρώπους.
----
Ο άντρας με θέλει με πάθος...
με το πάθος που μόνον κάτι τέτοιοι χορτασμένοι αντέχουν να ποθούν, 
που ξέρουν να παίρνουν αυτό που θέλουν με κάθε μέσο,
χωρίς όμως βιαιότητα... χωρίς κανέναν εξαναγκασμό.
Κι εγώ όμως ξέρω ακόμα καλύτερα να αποφεύγω έντεχνα αυτό που δεν θέλω.
Κολακεύομαι απ’ την επιθυμία του, μα παίζω σαν το γατί με το κουβάρι… 
που όλο λες και το φτάνει κι όλο το ξαναπετάει μακριά… 
με τρόπο που μοιάζει ν’ απομακρύνεται το ίδιο το κουβάρι… με τη δική του θέληση.
Κι αυτός υπομένει και προσφέρει γενναιόδωρα τη φιλόξενη φύση του, 
τη θαλπωρή του υπέροχου καταλύματος, τον ελεγχόμενο πόθο του,
-ίσως τον ελεγχόμενο θυμό του-
και την πισίνα δίπλα στη μανιασμένη θάλασσα· δεν είναι σίγουρα Ελλάδα.
----
Στην πισίνα πέσαμε με τη φίλη μου απ’ την αντίθετη πλευρά η καθεμία, 
μα περιέργως κάναμε κι οι δυο μονάχα μακροβούτια, 
βρισκόμασταν με τρεις χεριές απέναντι και πάλι πίσω… 
Ήταν κάπως βρώμικα εκεί μέσα, μα όχι ακριβώς σιχαμένα, απλά βρώμικα, 
σα να ευδοκιμούσε εκεί κάποιο βακτήριο, κάποιος αρχέγονος μύκητας ή κάτι παρόμοιο… 
κάτι που προϋπήρχε ημών και το αποδεχόμασταν. 
Κάτω λοιπόν απ’ το θολό νερό σε κάποια απ’ τις πολλές πέρα-δώθε συναντήσεις μας, 
η φίλη μου άρχισε να μου μιλά 
κι εγώ παρά τους γνωστούς σε όλους νόμους της φυσικής την άκουγα 
και καταλάβαινα τι έλεγε κι αυτό που έλεγε ήταν πως πειράζουν τις κουρτίνες 
(οι πλευρές της πισίνας ήταν σκεπασμένες με κόκκινες κουρτίνες, 
σαν κι αυτές που θυμίζουν αυλαία, 
και όταν ήταν ανοιχτές έμπαινε φως μέσα από το γυάλινα τοιχώματα).
Κι έτσι καθώς κολυμπούσαμε υπογείως, 
τραβήχτηκε στην άκρια η μεσημβρινή κουρτίνα κι έκλεισε η κάθετη, η ισημερινή ας πούμε, 
κι ο φωτισμός άλλαξε, 
τα φώτα της ράμπας έσβησαν προς στιγμήν για τη μία από ‘μάς και έλουσαν την άλλη… 
Τρομάξαμε λίγο, χάσαμε τον προσανατολισμό μας, 
μα συνεχίσαμε να κολυμπάμε και βέβαια παραμείναμε φίλες 
μέσα και έξω από αυτήν την πισίνα των άλλων… ας πούμε των αντρών...
Ή ας πούμε των εναλλασσόμενων δυνατοτήτων…
Ή ας την ονομάσουμε απλούστατα πισίνα των ευκαιριών.
----
Βγήκαμε κάποτε έξω βόλτα κι ήταν σοκάκια σκεπαστά, σκονισμένα, 
γεμάτα πραμάτειες προς πώληση στις πλευρές τους, στοιβαγμένα σε κάτι σκηνές ανατολίτικες 
και μέσα σε κάποια σκηνή έπαιζε μία αυτοσχέδια μπάντα
έναν ρυθμό λιγωτικό σαν τρισιροπιασμένο μπακλαβά… 
μακρόσυρτο, πανέμορφο, 
πιο μινόρε κι από λιτανεία σε κηδεία της Λουιζιάνα… ή από σκίρτημα του Χατζηδάκι… 
αλλά με την ξεκάθαρη εσάνς της πιο βαθιάς, της πιο βάρβαρης και αισθησιακής συνάμα αραπιάς.
Δυσοίωνα τ’ αποκαλεί αυτά η φίλη μου, ίσως και νά ΄χει δίκιο... μα εγώ τα λατρεύω.
Και τότε αντήχησε με πλήρη σαφήνεια στ’ αυτιά μου η φράση «Θα πεθάνουμε όλοι».
Την είδα μπροστά με την μικρή της κόρη να περπατάνε αγκαλιά, 
είδα τον σύντροφό μου δίπλα μου, 
κάθε αγαπημένο και κάθε ξένο ολόγυρα 
και μονολογούσα επαναλαμβανόμενα «Θα πεθάνουμε όλοι».
Χωρίς τρόμο… 
με θλίψη μοναχά απέλπιδα, και συνοδεία όμορφες εικόνες, αναμνήσεις, 
αγάπη, 
απέραντη αγάπη, 
κατακλυσμιαία αγάπη, 
και τον σιροπιαστό σκοπό κάπως να με παρηγορεί.
----
Μπήκαμε στο καράβι… το εξωτικό τούτο ταξίδι είχε τελειώσει. 
Η θάλασσα τρομακτική, όπως και πριν, εκεί πέρα από τα όρια της πισίνας. 
Ένιωσα άξαφνα τις μηχανές να σταματούν, να παύει κάθε κίνηση. 
Ανέβηκα στο κατάστρωμα να δω τι συμβαίνει. Είχαμε πέσει σε βράχια. 
Βράχια παντού, απαγορευτικά, το μόνο άνοιγμα ήταν πια πίσω μας, 
στο βάθος θαμπή η σκονισμένη πόλη κι ομίχλη.
Δεν είχαμε καταφέρει να βρούμε διέξοδο, να απομακρυνθούμε… 
Κάναμε κύκλους, ποιος ξέρει γιατί, και τώρα ήμασταν έτοιμοι να εξοκείλουμε  
ελάχιστα μίλια έξω από το πολύβουο λιμάνι.
Και σταματήσαμε… μην ξέροντας τι να κάνουμε, ποια νέα πορεία να χαράξουμε…
Εκεί, μέσα στη θάλασσα… μέσα στη θάλασσα θα μέναμε.
Κύμα, στάλα, μόριο θα γινόμαστε μες στον ωκεανό...
θέλω να λέω και να πιστεύω της Αγάπης.
Γιατί τούτο το όνειρο το είδα μία νύχτα απίστευτης τρέλας και κεφιού και διάχυτης αγάπης...

απόσπασμα από μυθιστόρημα που γράφει μια φίλη μου. μου ζήτησε να το δημοσιεύσω ανωνύμως. ένα μυθιστόρημα που ανυπομονώ να πιάσω στα χέρια μου.