Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011




Είχα μία συντροφιά
κι ήταν φλόγα
και με έκαιγε
κι έλιωνα
τουλάχιστον ένιωθα κάτι
αισθανόμουν
ζέστη – κρύο
κάτι
κάτι που θύμιζε πως ήμουν ζωντανή
μια αίσθηση
μια γλυκόπικρη γεύση
μια ανυπάκουη ακοή
ένα χαμόγελο σε μια παλάμη.

Έφυγα
με τα χέρια μου φορτωμένα από φιλιά να ζυγίζουν όσο τα φτερά των αγγέλων.
Τα φορτώνω στην πλάτη μου και πετάω.
Θα ψάξω να βρω και να αντιμετωπίσω τον δαίμονά μου.
Αν δεν γυρίσω, πείτε του πως η ανάγκη μου να αφεθώ ήταν περισσότερη από την δύναμη μου
άμα γυρίσω, μη μου μιλήσετε.
Θα έχω μόλις δολοφονήσει το μισό της ψυχής μου.


Δ.Π.Β.