Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

περιμένω ...



Είχαμε τραπέζι στο σπίτι όταν ξέσπασε μια από τις μεγάλες πορείες. Ήταν η ώρα 8 το απόγευμα όταν άρχισε κι ερχόταν ο κόσμος στο σπίτι. Ήταν 8 το απόγευμα όταν άρχισαν να μαζεύονται οι κουκουλοφόροι και οι φοιτητές έξω από το Πανεπιστήμιο. Το σπίτι γέμισε ευχές, χαμόγελα, γέλια, τραγούδια. Την ώρα που τρώγαμε πέρασε κάτω από το σπίτι η πορεία. Είχαμε τραπέζι 20 άτομα κι η κυρία του πρώτου ορόφου μας χτυπάει το κουδούνι και μας ζητάει ψωμί. Μια φέτα ψωμί. Μόλις είχαμε τελειώσει το φαγητό και τραγουδούσαμε όλοι μαζί, η πορεία αγρίεψε. Άρχισαν να σπάνει τζάμια στις τράπεζες και να πετάνε πέτρες στα ΜΑΤ που είχαν εξαπλωθεί κατά μήκος όλης της κεντρικής λεωφόρου της πόλης. Ανάμεσα στα γλυκά και στα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια μας, μέσα στην καρδιά του κεφιού άρχισαν να πετάγονται τα πρώτα δακρυγόνα. Και τα δεύτερα. Και τα τρίτα. Σε λίγο η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Είχαμε κλείσει τα παράθυρα για να μην μας ενοχλούν οι αναθυμιάσεις και χορεύαμε. Χορεύαμε κι έξω οι αστυνομικοί με τους κουκουλοφόρους χόρευαν κι εκείνοι με δικά τους βήματα μια καινούρια χορογραφία, λίγο μακάβρια, λίγο λιγότερο δουλεμένη μα περισσότερο αποτελεσματική. Στο τέλος της οι νικητές του χορού έπαιρναν έπαθλο ένα διήμερο στο αυτόφωρο κάτω από άθλιες συνθήκες όπως επίσης κι ένα αναμνηστικό ξυλοφόρτωμα λόγω της ημέρας. Συνέλαβαν ανήλικα παιδιά που μέχρι να τα βάλουν στην κλούβα είχαν ήδη παραμορφωθεί τα πρόσωπά τους από τον φόβο κι από το ξύλο και μέχρι να προφυλακιστούν είχαν ήδη ενηλικιωθεί. Μέσα σε λίγα λεπτά πέρασαν την πιο οδυνηρή εμπειρία όλης τους της ζωής την ώρα που εμείς ξαναβγάλαμε μεζεδάκια στο τραπέζι, για το κρασί.
Είναι από αυτές τις στιγμές που παλεύεις μέσα σου να αποδείξεις πως δεν συμβαίνει τίποτα ενώ αυτό το τίποτα είναι τόσο μεγάλο που σου πιάνει τον χώρο στο μυαλό ώστε να μην μπορείς να σκεφτείς κάτι άλλο. Έτσι και μαζί σου, κάνω πως δεν συμβαίνει τίποτα και θα σε ξαναδώ, θα σου ξαναμιλήσω, θα ζαλιστώ πάλι μαζί σου στο ίδιο –τέταρτο- ποτό, θα φιληθούμε πάλι σαν να είναι η πρώτη φορά, έπειτα θα χωριστούμε κι αντίο. Άλλη μια μέρα που θα έχω χάσει την ψυχή μου μα θα προσποιηθώ πως δεν συμβαίνει τίποτα για να μην σε χάσω μέσα σε αυτό το βλέμμα σου που σαν δακρυγόνο με αφοπλίζει. Άλλη μια πορεία των συνειδήσεων και των δυνάμεών μου σε αντιπαλότητα με τον ένστολο και οπλισμένο έρωτά σου. Το μόνο που δεν έχεις κάνει ακόμα είναι να μου ρίξεις την σφαίρα, εκείνη την σφαίρα που ξεσήκωσε ολόκληρο πλανήτη που ζητούσε αφορμή. Είμαι έτοιμη, άοπλη, χωρίς αλεξίσφαιρο γιλέκο και περιμένω. Πρόσεξε όμως γιατί εφόσον με λες δίδυμη κι αν ίσως σιαμαία, η σφαίρα που θα καταπιεί το σώμα μου θα φυτρώσει δηλητήριο στο δικό σου και θα πεθάνεις μαζί μου, την ίδια κιόλας στιγμή. Περιμένω…
10.12.11

Δ.Π.Β.