Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

τι όμορφα που είναι εδώ στην εξοχή


Ήταν βράδυ τα φώτα γύρω είχαν κλείσει Το ίδιο κάναμε και εμείς μέσα στη σκηνή. Τυλιγμένοι με την πικέ κουβέρτα. Ένα αεράκι δροσερό να τριγυρίζει ανάμεσα στα σώματα μας. Άκουγα αμυδρά το κύμα από την παραλία και εκείνα τα πουλιά του δάσους που ζωντανεύουν μόνο τη νύχτα. Με κλειστά τα μάτια φανταζόμουν τον έναστρο ουρανό που είχα αφήσει από τα μάτια μου πριν από λίγο. Θυμόμουν εκείνο το αστέρι που έπεσε αφήνοντας πίσω του μια μεγάλη ουρά, πόσο ενθουσιάστηκα και άρχισα να σε αγκαλιάζω, σταμάτα μου είπες θα τους ξυπνήσεις όλους. Τόσο σοβαρός. Τόσο συγκρατημένος. Ένιωθα να με παίρνει ο ύπνος τόσο γλυκά, τόσο ανέμελα, τόσο παραμυθένια. Ένιωθα το σώμα σου ήδη να ταξιδεύει. Η αναπνοή σου ήρεμη. Η πλάτη σου να ακουμπάει τη δική μου. Αφέθηκα και ένιωσα σαν να πέφτω μέσα στη λαγουδότρυπα. Ο χρόνος μπερδεύτηκε. Η ύλη έχασε την υπόσταση της. Τα χρώματα άρχισαν να περιπλέκονται ανάμεσα στα δέντρα. Με μια απαλή κίνηση γύρισες, έβαλες το ένα σου χέρι πάνω από το μαξιλάρι μου και άρχισες να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Το άλλο το τύλιξες γύρω από τη μέση μου. Μου έδωσες ένα φιλί στο λαιμό. Ξαφνιάστηκα. Πριν προλάβω να αναρωτηθώ γιατί ξύπνησες κόλλησες τα χείλη σου στο αυτί μου και άρχισες να μου ψιθυρίζεις. Λόγια όμορφα. Αυθόρμητα. Ήσουν σίγουρος. Αποφασισμένος να με αποσυντονίσεις τελείως. Έλεγες για το πόσο με θες. Για τα όνειρα. Τα αγγίγματα. Τα θέλω. Τα είμαι. Τα είσαι. Όλα δικά μου. Όλα δικά σου. Δικά μας. Εσύ δικός μου. Μόνο δικός μου. Κι εγώ σου παραδόθηκα τόσο που ξέχασα να σκεφτώ. Τόσο που ξέχασα να φοβηθώ.

Μαρίνα Οζόριο