Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

18 Νοέμβρη

Pichi & Avo

το επόμενο πρωινό σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε μια χώρα μακριά από εμάς κανείς δεν βγήκε από το σπίτι του. έμειναν κλειδαμπαρωμένοι στα κλουβιά που είχαν πάρει με αντιπαροχή, ποτέ δεν μαθεύτηκε τι είχαν αντιπαράσχει. έμειναν εκεί με τα βλέμματα καρφωμένα στις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις, καθισμένοι στους άβολους, φτωχικούς καναπέδες περιμένοντας τον κατά συρροήν εθνάρχη που θα τους έσωζε για άλλη μια φορά. άργησε να έρθει γιατί ζούσε στο μακρινό Παρίσι. μόλις έφτασε ξεχύθηκαν στους δρόμους εκστασιασμένοι. έστησαν τεράστιους ανεμιστήρες στις πλατείες για να πνέει ο άνεμος της ελευθερίας, να κρύβει τη μυρωδιά της ναφθαλίνης και της ρετσίνας στις ανάσες τους.
μικρά γελοία ανθρωπάκια μάζεψαν τα κάγκελα  που είχε ρίξει το τανκ. έφτιαξαν σταυρουδάκια για το λαιμό και γυαλιστερά μανικετόκουμπα. αλληλοχρίστηκαν υπουργοί και βουλευτάδες. επίδοξοι σωτήρες ενός τόπου που δεν σώζεται με τίποτα. τελικώς έγιναν τρανοί ευεργέτες της τσέπης τους. 
το ευτύχημα ήτο πως οι εχθροί όλοι εξαφανίστηκαν. πρέπει να επέστρεψαν στους πλανήτες τους.
οι αξιωματικοί που τριγυρνούσαν στους δρόμους με το περίστροφο στο χέρι, πήραν σύνταξη. έγιναν συμπαθητικοί παπούληδες. κανείς δεν έδινε σημασία που τα ρούχα τους μύριζαν μπαρούτι και είχαν λεκέδες από αίμα στα μανίκια.
μετά γίναμε όλοι Ευρωπαίοι με πλαστικές κάρτες, ανακατέψαμε τον πατσά με το σούσι, πήραμε επιτέλους άνετους καναπέδες. δικαιώθηκε ο αγώνας μας. 
καλά τα έλεγε ο πατέρας μου, είμαστε λαός με μικροτσούτσουνη μνήμη και άσχημους κώλους.
κάνεις δεν θυμάται τη μαυροφορεμένη γριά στο πεζοδρόμιο στη Πατησίων με τη σκούπα στο χέρι. έψαχνε χαλί να σκουπίσει τις ντροπές μας από κάτω και δεν έβρισκε.

Γιώργος Τρίκερι