Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Οι άνδρες που δεν ήταν της ζωής μου

γράφει η Βέρα J. Φραντζή








«Θα έπρεπε να κοκκινίζω για τα λάθη που έχω κάνει. Αντί γι’αυτό, λυπάμαι για όσα δεν έκανα».
                                                                                                                              Αβελάρδος


Ποιος είναι ο άντρας της ζωής μου; Της δικής σας;
Τι θα μου χαρίσει; Τι ξεφαντωτής; Τι πλάνος; Σάματις θα φοράει τα κυριακάτικα ρούχα, όταν θα με συναντά; Και τις Δευτέρες θα τα φορά; Θα έχει γυαλισμένα παπούτσια και μάτια καστανά; Θα ορέγεται την υποψία της έκρηξης που εξέχει από το κορμό μου; Άνδρας ολάκερα δικός μου;

Πάλι ανόητα τα έγραψα.

Ως τότε με άλλους άνδρες θα μιλώ και οθνεία πρόσωπα θα συναντώ. Άνδρες κοινούς, αλλά επιζήτητους. Αγόρια ενήλικα. Αυτοί θα είναι οι άνδρες της ζωής μου… άνδρες μιας νύχτας κουρασμένης, άνδρες ξεχασμένοι από τις μάνες τους και τις αλλοτινές αγάπες τους και άντρες μιας αργίας. Με τα καταστίγματά τους περπατώ και αυτό το βάδισμα ποθεινό για τον καθένα είναι ολότελα.

Άλλοι με αρπάζουν και με κατσαδιάζουν γι’αυτό που θέλουν να είμαι, αλλά εγώ δε μπορώ. Τρεχάτα τους βρίσκω πάντα σε δρόμους συχνούς και οικείους. Δρομαία φεύγουν από τη ζωή μου. Και αυτό δε στέκει με κανένα επιχείρημα, παρά μόνο με το δικό μου.

Δόσιμο μονομερές και ερωτικό που το αποδέχομαι. Σε αυτή την πλευρά δεν  βρίσκεις χρόνο για αντιπαραθέσεις, άλλωστε. Αλλά σπινθήρες ρέμβης βραδινής, που θα αναμοχλεύεις αργότερα τα κοινά τα βράδια με τον άντρα της ζωής σου. Και αναρωτιέσαι εκεί τότε... Μήπως εκείνος ήταν ο άντρας της ζωής μου; Εκείνος πρέπει να ήταν, γιατί αυτός εδώ απόψε δεν είναι. Αυτός εδώ, που σήμερα σφουγγάρισα γι’αυτόν, ξένο τον νιώθω. Τις προάλλες, ωστόσο, μαζί του κοιμήθηκα γνώριμα. Τον έψαξα μέσα στο βράδυ δίπλα μου και τον αποδέχτηκα γλυκά. Πώς να σε ξεχάσω και ας περίμενα τον μοναδικό μου; Και πίσω- μπρος και ανάποδα και ποτέ δε θα μάθω ποιος είναι αυτός που δε θα ξεθωριάσει ποτέ.

Το εξουθενωτικό βράδυ εκείνο τα γένια σου γαργαλούσα και πήρα στις παλάμες σου το πρόσωπό μου. Νότισα τα χείλη σου. Το πρωί σε βρήκα αντίκρυ μου. Μονάχος ήσουν. Και εγώ το ίδιο. Δεν είχε τίποτα το λυρικό και το όσιο εκείνο το πρωί. Πήρα  το τρένο να γυρίσω σπίτι μου και είχα το βιβλίο το δανεικό μέσα στη τσάντα μου.  Πρόδηλα το άφησα το άρωμα μου, να το ξέρεις. Μα δεν είσαι εσύ ο άντρας της ζωής μου. Ο άλλος είναι, μα και αυτός κάπου ήταν εκείνο το βράδυ. Πω πω ταξίδια που κάνουμε.

Πάλι θα γυρίσω εκεί που άρχισα. Άνδρες που δεν είναι αυτοί της ζωής μου. Αν τους βάλω πλάι – πλάι , θα κοιταχτούν αναμεταξύ τους. Θα πιάσουν και κουβέντες.

Και εσύ είσαι ένα κορίτσι απόψε, που ψάχνεις τον άντρα της ζωής σου. Σε καταλαβαίνω. Μα δεν είναι ο καιρός για σένα σήμερα.

Όσο τραβήξει αυτή η ιστορία. Τόσα τσιγάρα θα κάνω και άλλους τόσους σκέτους, πικρούς καφέδες που θα μου φέρει τα πρωινά στο κρεβάτι και ξανά και ξανά θα θυμάσαι πως δεν θα είσαι ο άντρας της ζωής μου.

 Σε σένα μιλώ, αλλά και σε μένα. Το ίδιο είναι. Το ίδιο λέμε.