Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Γιορτάζει η Λενιώ

Colette Saint Yves

Η γιαγιά μου είναι 99 χρονών. Δεν ξέρει πόσο ημερών ούτε λεπτών. Τότε δεν σημείωναν πότε γεννήθηκαν. Δεν γιόρταζαν την επέτειο της γέννησής τους. Είχαν ίσως πιο σημαντικά θέματα να ασχοληθούν όπως της επιβίωσης. Ή πιο σημαντικά θέματα να γιορτάσουν όπως της αγάπης.

Παρόλο που μου επαναλαμβάνει τις ίδιες ιστορίες, ποτέ δεν κινδυνεύει να γίνει ανιαρή. Καταρχήν, είναι πάρα πολλές οι ιστορίες 99 χρόνων. Δεύτερον, τα σχετικά προβλήματα μνήμης της ηλικίας της δημιουργούν διαφορετικές προβολές του κάθε περιστατικού.

Μπερδεύονται τα ιστορικά γεγονότα, τα πραγματολογικά, οι ρόλοι… είναι σαν διηγήματα όλα με μια κατάληξη… μια βαθιά λατρεία του παρελθόντος, αφού το παρόν είναι μια κένωση ωρών, μια καπήλευση οξυγόνου από τους νέους οργανισμούς, μια αυστηρή δίαιτα της επανάληψης.

Όλο και συχνότερα μου μιλάει για τον Σταύρο. Ο Σταύρος ήταν ο έρωτάς της. Δεν της τον έδωσε η μάνα της, γιατί δεν είχε σταθερό επάγγελμα. Της έδωσε τον δημόσιο υπάλληλο με την σκληροτράχηλη καρδιτσιώτικη καρδιά.

Η γιαγιά τον παππού τον Απόστολο τον περιγράφει αγέλαστο και τσιγκούνη. (Πως ταιριάζουν ταμάμ αυτά τα δυό μαζί.) Τον Σταύρο τον περιγράφει χορευταρά και ανοιχτόκαρδο. Ο παππούς της στέρησε, λέει εκείνη, όλες τις χαρές της ζωής. Επιμένει πως δεν χόρευε και δεν γελούσε. Επιμένει πως θα είχε ζήσει καλύτερα με τον γλεντζέ που έπινε κρασί και γελούσαν τα μάτια και το κορμί του, όταν το οινόπνευμα έπινε κάθε κύτταρου τη λογική.

Της έλεγαν στη γειτονιά: «Κυρά Τρυγώνα, δώσε στη Λενιώ τον άνθρωπο. Αφού τον αγαπάει…». Όχι η Τρυγώνα. Κακό, πεισματωμένο μουλάρωμα. Οι γυναίκες οι παλιές όταν έλεγαν όχι, δεν άλλαζαν γνώμη. Σε ένα απόλυτα πατριαρχικό καθεστώς,  το όχι σε θέματα οικογένειας και σπιτιού ήταν ένα ακλόνητο προνόμιο και φρόντιζαν αντρίκια να το διατηρούν με την βαθιά επένδυση στην πρώτη σκέψη- απόφαση. Όχι να αλλαξοπιστήσεις σαν κοριτσάκι ανύμφευτο.

Την έδιωξε και από το σπίτι μια μέρα. Μαζεύτηκε η γειτονιά έξω από το σπίτι, στο χώμα πάνω του οποίου μένω ακόμη -αρχιτεκτονικά εκεί που ήταν το κοτέτσι. Γύρισε η Λενιώ σπίτι μετά από δυο μερόνυχτα. Πήρε τον Απόστολο, έπειτα από τρεις μήνες. Βλάχικη ρίζα, κακό σπέρμα. Έτσι τον λέει τον παππού. Ευλογάει τη σύνταξη πάντα.

Η γιαγιά θυμάται τον πρώτο έρωτά της. Η γιαγιά δεν παραιτήθηκε ποτέ από αυτόν τον έρωτα. Ακόμη και μετά από τρεις γέννες, και θανατικά και ξεριζωμούς και καβγάδες και σπασμένα νεροπότηρα και εκατό πολέμους και τρισάγια. Η γιαγιά θυμάται τον πρωτέρωτα της, την παρθενιά της αγάπης.

Η γιαγιά μου μαθαίνει πως τα ημίμετρα και οι εναλλακτικές δεν καταρρέουν τον έρωτα. Eκ των πραγμάτων, δεν κάνουν για βιρτουόζους της ζωής -έτσι λέμε με κάποια έπαρση για να κάνουμε χάζι την ιδιαιτερότητά μας. Παίρνω φόρα. Φτάνω πίσω- πίσω, στην άκρη της γης σχεδόν, στην πρύμνη του Ισημερινού. Νιώθω την ενατένιση της Πηνελόπης από μια κορυφή κάστρου ή λόφου να περιμένει. Η κορωνίδα του προσώπου που ερωτεύτηκες δεν εκπέφτει σε αμαρτία. Το αποκαλύπτεις, το αναζωπυρώνεις. Η Πηνελόπη βλέπει τον άντρα της σε κάθε πρόσωπο μνηστήρα που πλαγιάζει. Περιμένει το σπέρμα του σαν αίμα να το μεταγγίσει σε φλέβες, να το φυσήξει στα ούλα της, να του διευθύνει την πορείας στις αρτηρίες, να νιώσει λίγο οντότητα ευκολονόητη. Γίνεται ισοβίτης ερωτευμένος. Χαράζει το χρόνο και περιμένει με φευγιώ και βιασύνη να απλωθεί σεντόνι πολυδιαβασμένο στα γόνατα της τα ματωμένα. Μια οπισθοχώρηση δεν αμαυρώνει την πρώτη νίκη κατά του εαυτού της. Τα κρυολογήματα, τα υπόλοιπα, τα σκιρτήματα και οι ραγάδες από ευκαιριακά κλάματα και αναμπουμπούλες δεν αμφιβάλλουν ποτέ για την απουσία, την ουσία της και την εγκαρτέρηση. Τον περιμένεις.

Άραγε πέθανε;, με ρώτησε χθες.

Τον περιμένει.



Βέρα J. Φραντζή
 
για να επισκεφτείς το blog της Βέρας πάτησε εδώ.