Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

μια πατρίδα που δεν υπήρξε ποτέ




μια πατρίδα που δεν υπήρξε ποτέ
μια σεμνότυφη φτηνή πόρνη 
ντυμένη με πολύχρωμα κουρέλια
σαν την Ολυμπία του Μανέ
ξαπλωμένη σε μια καριόλα
κληρονομιά από τη γιαγιά της
αναστενάζουν οι σκουριασμένοι σουμιέδες  
από τις βιαστικές οριζόντιες χορογραφίες
να εξυπηρετηθούν όλοι οι πελάτες
τα ναυτάκια του έκτου στόλου
οι βαλκάνιοι μαφιόζοι 
με τα ξυραφένια δόντια και τη σκορδοανάσα
που σκοτώνει 
τις νύχτες ξαπλωμένη σε εμβρυακή στάση
σαν ζαρζαβατικό που σαπίζει
την θυμάμαι να μετράει τις πενταροδεκάρες
μάζευε για εισιτήριο
για αμέρικα
να πάει στον θείο της τον ράφτη στο Μπρούκλιν
κάτω από το καντήλι 
να μιξοκλαίγεται 
για τον εραστή που άφησε στο χωριό
γιατί ήταν πιο φτωχός κι από παπούτσι 
και τι θα τρώγαμε, έρωτα?
είναι η μάνα μας η καμπαρετζού
όλοι οι σκληροί νταβατζήδες του σινεμά ασέλγησαν πάνω της
ώσπου δεν άντεξε
κατάπιε το θερμόμετρο
και τα κάρβουνα απ το μαγκάλι
και την εικόνα της παναγιάς
της ασυγχώρητης.
ξυπνάω το πρωί με το τσιγάρο στο στόμα
και θυμάμαι τις τελευταίες της λέξεις
-δεν θα νιώσω οργή, μόνο ομορφιά
και τη μυρωδιά του γιασεμιού θα πάρω στον άλλο κόσμο
έτσι κι εγώ ο άσωτος υιός της
δεν θα νιώσω οργή 
μόνο τη λευτεριά της ορφάνιας μου.


Γιώργος Τρίκερι