Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

πρόσφυγες


(Μια ιστορία από την Κατ που έχει γενέθλια σήμερα. Γίνεται 10 χρονών. Μου την υπαγόρευσε πριν να πάει στα Αγγλικά).

Είχαμε πόλεμο στη Συρία. Ήταν σαν κόλαση. Παντού όπλα και πτώματα. Τα σπίτια γκρεμισμένα, κανείς δεν τριγυρνούσε στους δρόμους. Είμασταν οι πρώτοι που θα φεύγαμε εκείνη τη μέρα. Για να μην πεθάνουμε, για να μη μας σκοτώσουν, γιατί δεν είχαμε να φάμε, ούτε το ελάχιστο ψωμί που τρώνε τα πουλιά, γιατί φοβόμουν μη χάσω τα παιδιά μου... Μετά από αρκετές μέρες πορείας φτάσαμε σε μια ακτή. Εκεί μας περίμενε μια βάρκα. Ήταν σχεδόν ξεφούσκωτη, φοβόμασταν να μπούμε μέσα. Αλλά ακούγαμε τα βήματα των εχθρών μας πίσω μας, ήμασταν κυνηγημένοι. Πήραμε την απόφαση να προχωρήσουμε. Φώναξα στους άλλους να μη φοβούνται. Χειρότερα θα ήταν να μας πιάσουν, να μας πάνε πίσω και να μας τυραννάνε πάλι κάθε μέρα. Πλεύσαμε αρκετά μίλια μακριά , ήμασταν στη μέση του Αιγαίου πελάγους, ήμασταν πλέον αρκετά κοντά στη Λέσβο. Τα παιδιά είχαν αγωνία για το τι θα γινόταν και χαίρονταν που όπου να 'ναι φτάναμε. Το δικό μου το αγόρι όμως καθόταν σε μια γωνιά, ώσπου ένα κορίτσι καθώς χοροπηδούσε το 'σπρωξε με το πόδι του. Τότε σηκώθηκε το έσπρωξε κι αυτός κι εκείνη έπεσε στην άλλη μεριά της βάρκας . Πολύ δεν ήθελε, η βάρκα αναποδογύρισε. Βρεθήκαμε ξαφνικά μέσα στα κύματα. Πνίγηκαν πολλά παιδιά κι αρκετοί μεγάλοι. Ευτυχώς μας είδαν τα διασωστικά ταχύπλοα κι ήρθαν να μας πάρουν. Όσο ήμασταν στα πλοία οι συμπατριώτες μου έλεγαν να πνίξουμε και το παιδί μου, όπως πνίγηκαν και τα δικά τους παιδιά κι εγώ πήγα και τ' αγκάλιασα, για το προστατεύσω και τους φώναζα "αν θέλετε να το ρίξετε στη θάλασσα, ρίξτε κι εμένα μαζί του". Μου γύρισαν την πλάτη και μ' άφησαν μόνη, ώσπου ν' αποβιβαστούμε εξουθενωμένοι στη Λέσβο. Το παιδί μου δυστυχώς είχε ακούσει ότι το κατηγόρησαν για το θάνατο των παιδιών τους και των συγγενών τους και ένιωθε δυστυχισμένος και μόνος. Δε μου είπε τίποτα, παρά έτρεξε προς ένα μέρος στην ακτή με πολλά δέντρα για να κρυφτεί. Εγώ τον έψαχνα στο άγνωστο μέρος όλη νύχτα κι όλη μέρα. Οι δικοί μου δεν νοιάζονταν κι οι ντόπιοι κοιμόνταν ήσυχοι στα σπίτια τους. Ήταν περίπου έξι η ώρα το πρωί, όταν έπεσα αναίσθητη σε βαθύ ύπνο. Μετά από κανά δίωρο , όταν βγήκε ο ήλιος και με χτύπησε το φως στο πρόσωπο, ξύπνησα ταραγμένη, ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν βρήκα το παιδί μου. Εν τω μεταξύ ο μικρός μου Μεχμέτ βγαίνοντας απ' τα δέντρα σκόνταψε και έπεσε στη θάλασσα. Από διαίσθηση πήγα προς τα κει που συνέβη το κακό. Και τότε διέκρινα ένα μικρό πτώμα να επιπλέει στα ρηχά. Δεν ήξερα ποιος ήταν. Τρελή από ανησυχία μπήκα στη θάλασσα να δω. Αναποδογύρισα το πνιγμένο παιδί και είδα ότι ήταν ο γιος μου. Θρηνούσα ώρες στην αμμουδιά, ώσπου όλοι ξύπνησαν. Πήρα το σώμα του γιου μου στα χέρια και τους το πήγα. Τους είπα "Ορίστε ο γιος μου, πάρτε τον, έγινε αυτό που θέλατε".Δεν ήξερα τι έκανα, πήγα εκεί που κρύφτηκε ο Μεχμέτ. 'Οπου πήγαινε άφηνε κάτι δικό του, το όνομά του ή το όνομα της καλής του φίλης, που είχε σκοτωθεί πίσω στη Συρία, χαραγμένα στον κορμό ενός δέντρου.Έψαχνα να βρω τα σημάδια του. Καθόμουν απελπισμένη μέρες εκεί , ήθελα να πάω στο παιδί μου. Μια νύχτα το πήρα απόφαση. "Θα πέσω στη θάλασσα", είπα. Μπήκα στ' αφρισμένα κύματα και προχώρησα προς τα μέσα. Δεν ξέρω τι έγινε. Ξαφνικά είδα μπροστά μου το Μεχμέτ. Μ' έπιασε απ' το χέρι, με κοίταξε λυπημένος. "Όχι μαμά", μου είπε, "Σ' αγαπώ, δε θέλω να πεθάνεις, θέλω να ζήσεις. Γέμισε η θάλασσα νεκρούς, δε χωράει άλλους. Θα σε γυρίσω πίσω" Ξύπνησα σ' ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Γύρω μου οι δικοί μου. Μου διηγήθηκαν ότι διασώστες με βρήκαν μισοπεθαμένη στην παραλία.

Κ.Π.