Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

θάρρος ή θέρος


Παρακολουθείς την κίνηση του σώματος.
Κλέφτης εικόνων γίνεσαι , μόνο και μόνο γιατί μαγνητίζεσαι και δεν μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα σου.
Κοιτάς για να δεις πως κάθεται, πώς σηκώνεται, πως μαζεύει τα πόδια κοντά στον κορμό, πως λυγίζει η μέση κι έρχονται και λυγίζονται μέσα σου οι παραστάσεις της γύμνιας.
Κοιτας για να δεις.
Πως απλώνεται εκεί στην άκρη του νερού, στην ρίζα της απεραντοσύνης, στο ενδιάμεσο του ύπνου και του ξύπνιου.
Απλώνεις το χέρι για να φτάσεις.
Το δέρμα που γυαλίζει από την υγρασία, το φως που αντανακλάναται μέσα από το πράσινο του σκίνου. Και θάμπωνει η επιθυμία τις σκέψεις σου.
Σκύβεις να οσμιστείς. Να μυρίσεις κρυμμένες ανάσες και ατέρμονους πόθους, να αναπνεύσεις τον καπνό από το τσιγάρο που μόλις ξεκόλλησε από το στήθος. Και σωριάζεται ο κόσμος σου σε θρυμματισμένες στιγμές.
Στάζει πάνω σου η θάλασσα κόμπους κόμπους από μια τούφα που ξέφυγε και αιωρείται στο πέρασμα του κορμιού. Τινάζεσαι, αρπάζεσαι, ορμάς με φόρα στον πόθο που ανεξέλεγκτα οργώνει το μυαλό σου.
Είσαι εδώ, κι ομως είσαι εκεί. Στους λαγόνες, στην κοιλιά, στους ώμους, στο  δέρμα. Ο τρύγος και ο πόλεμος του έρωτα. Η γεύση της νίκης και της ήττας στην κρουστή σάρκα ενός σύκου που δαγκώνει το στόμα που εσύ αναζητάς απελπισμένα.
Ν’ αρπάξεις και να φύγεις.
Να πονέσεις και να σε πονέσει.
Να διεκδικήσεις και να παραδοθείς. Στον ήλιο του μεσημεριού, στην άπληστη ηδονή μιας νεότητας που ξέφυγε, στην ζωή που ακόμα δεν πρόλαβες.
Κι όπως κυλάνε οι κόκκινοι χυμοί της καλοκαιρινής ντομάτας από τα ακρόχειλα, έτσι βουτάει χαμηλά ο πόθος και σου πυρώνει τα σωθικά και σου μουδιάζει τα μέλη.
Παρακολουθείς την κίνηση του σώματος.
Βγάζεις τα μαύρα γυαλιά με τις αρμύρες από το πιτσίλισμα, βάζεις την παλάμη απέναντι από το φως, κι αρθρώνεις γράμμα γράμμα τ΄όνομα. Να γίνει λεξη με ήχο και υποσταση, να δραπετεύσει από το στόμα, να φτάσει στα φιλόξενα αυτιά, να γίνει κάλεσμα ερωτικό, απόλυτο, αμετανόητο.
Κοιτάς για δεις αν η λαγνεία σου απλώθηκε και κατέκτησε όλη την παραλία.
Διψάς για να φτάσεις και να γευτείς τους οργασμούς.
Κι ύστερα απλώνεις το χαμόγελο δειλά και λες ψιθυριστά αυτό που πάντα ούρλιαζες.

Μαρίνα Οζόριο