Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Στην Κηφισίας

γράφει η Γεωργία Καλδάνη.











Με μισόκλειστα μάτια περιμένω το φανάρι. Ένας κοπριτάκος με βλέμμα παιδιού –όπως όλα τα σκυλιά- ουρά αεικίνητη, και φωνή αμετανόητου καπνιστή, γαβγίζει τ’ αυτοκίνητα που τρέχουν με χίλια. Είναι πολύ νωρίς, ο δρόμος άδειος κι οι νυσταγμένοι οδηγοί παραβιάζουν τα κόκκινα και τη στοιχειώδη λογική. Εδώ που κανείς δεν ασχολείται με την τήρηση κανόνων, είναι τόσο απλό να πατήσουν ένα σκύλο και να νοιαστούν μόνο για τη λακκούβα στη λαμαρίνα.
Ανίδεος αυτός, τρέμει από συγκίνηση. Ρόδες. Κι άλλες ρόδες. Γαβ και γουφ. Έξαψη και δώστου κουνήματα της ουράς. Νοιώθει δυνατός. Νομίζει, μπορεί να επιβληθεί στ’ αμάξια κι απολαμβάνει την ψευδαίσθηση.
Βρίσκεται όμως, σε μια κάποια ετοιμότητα. Αμυδρή αίσθηση κινδύνου. Ζυγίζεται και βηματίζει πίσω πριν ξαναχυθεί στη μάχη που νομίζει πως μπορεί να κερδίσει.
Ανησυχώ πολύ γι αυτόν. Μου θυμίζει τόσο πολύ εμάς. Κάποιους από μας. Που νομίζουμε ότι μπορούμε να γαβγίσουμε. Που μας περνάει απ’ το μυαλό ότι μπορούμε να νικήσουμε. Κι ενώ τη μυριζόμαστε τη δουλειά, συνεχίζουμε. Και γι αυτό μας αγαπάω. Και μας και τον σκύλο.