Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Τσαρλς Μπουκόβσκι: Σημείώσεις Ενός Πορνόγερου

The Speaking Clock by Catrin Welz-Stein

Το όνομά του ήτανε Χένρυ Μπέκεττ κι ήτανε Δευτέρα πρωί, μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι. Κοίταξε έξω απ' το παράθυρο, είδε μια γυναίκα να περνάει μ' ένα πολύ κοντό φουστάνι και σκέφτηκε ότι ο περισσότερος
κόσμος το συνήθισε κι αυτό, μια ιδέα είναι κι η γύμνια. Όπως κι αν το κάνεις, μια γυναίκα πρέπει να φοράει κάτι πάνω της αλλιώς πώς θα τη γδύσεις. Το σκέτο κρέας δεν σε προκαλεί.
Πήγε όπως ήτανε με το σώβρακο στο μπάνιο για να ξυριστεί. Κι όπως κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη διαπίστωσε ότι το δέρμα του είχε πάρει μια έντονα χρυσαφένια απόχρωση με πράσινες βούλες. Κι όπως
στεκότανε εκεί με το πινέλο στο χέρι κοίταξε ξανά και ξανά το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Το πινέλο έπεσε στο πάτωμα αλλά το πρόσωπό του στον καθρέφτη παρέμενε το ίδιο: χρυσό με πράσινες βούλες. Οι τοίχοι του
μπάνιου άρχισαν να στριφογυρίζουν γύρω του: κρατήθηκε στο νιπτήρα.
Με κόπο σύρθηκε πίσω στο δωμάτιο κι έπεσε στο κρεβάτι. Έμεινε ξαπλωμένος για ένα πεντάλεπτο κι ένιωθε το μυαλό του να ραγίζει.
Πνιγότανε κι έκλαιγε μ' αναφιλητά τελείως χαμένος. Μετά σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο και ξανακοίταξε στον καθρέφτη: χρυσοπρόσωπος με πράσινες βούλες.
Πήγε στο τηλέφωνο. «Ναι, εμπρός. Είμαι ο Χένρυ Μπέκεττ. Σήμερα
δυστυχώς δε θα μπορέσω να έρθω, είμαι άρρωστος. Πώς; Α, ναι... είναι χάλια το στομάχι μου, ναι τελείως χάλια».
Έκλεισε το τηλέφωνο.
Ξανά πάλι στο μπάνιο. Ήταν ανώφελο. Το πρόσωπό του πάντα στην ίδια κατάσταση. Άνοιξε τη βρύση του μπάνιου, άφησε το νερό να τρέχει και ξαναπήγε στο τηλέφωνο. Η βοηθός του γιατρού ήθελε να του κλείσει ένα ραντεβού για την άλλη Τετάρτη.
«Ακούστε, είναι επείγον! Πρέπει να δω το γιατρό οπωσδήποτε σήμερα!
Πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου! Όχι, δεν μπορώ να πω σ' εσάς αλλά σας παρακαλώ πολύ να μου κλείσετε ένα ραντεβού για σήμερα, σας παρακαλώ πρέπει να βρείτε κάποια ώρα για να μπορέσω να έρθω!»
Του έδωσε ένα ραντεβού για τις τρεισήμισι. Έβγαλε το σώβρακο και χώθηκε στο μπάνιο. Παρατήρησε ότι όλο του το κορμί είχε αυτό το χρυσοκίτρινο χρώμα και ήταν διάστικτο πράσινο. Η κοιλιά, η πλάτη, τα πόδια, ολόκληρος... μέχρι και η ψωλή του. Σαπουνίστηκε κι άρχισε να
τρίβεται με το σφουγγάρι. Δεν έφευγε. Σηκώθηκε και βγήκε από την μπανιέρα, σκουπίστηκε και φόρεσε το παντελόνι. Το τηλέφωνο χτύπησε.
Σήκωσε το ακουστικό. Ήταν η φίλη του η Γκλόρια. Δούλευε στην ίδια εταιρεία που δούλευε και αυτός.
«Γκλόρια, δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι συμβαίνει. Είναι τρομερό. Όχι δεν έχω σύφιλη. Είναι κάτι πολύ χειρότερο. Δεν μπορώ να σου πω. Έτσι κι αλλιώς αποκλείεται να με πιστέψεις».
Εκείνη του είπε ότι θα 'ρχότανε στη διάρκεια της μεσημβρινής διακοπής.
«Όχι, σε παρακαλώ, μωρό μου, μην έρθεις. Αν έρθεις, σ' το λέω, θα σκοτωθώ».
«Έρχομαι αμέσως τώρα!» του είπε.
«Όχι, σε παρακαλώ όχι, ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ...»
Είχε ήδη κλείσει το τηλέφωνο. Κοίταξε τη συσκευή, μετά κατέβασε το ακουστικό και ξαναπήγε στο μπάνιο. Καμιά αλλαγή.
Ξαναγύρισε στο υπνοδωμάτιο, ξάπλωσε και βάλθηκε να κοιτάζει τις πτυχές στην κουβέρτα. Για πρώτη φορά πρόσεχε αυτές τις πτυχές.
Φαινόντουσαν σαν ρυτίδες σ' ένα φιλικό πρόσωπο γέρου. Άκουγε απ' έξω το θόρυβο των αυτοκινήτων, πότε πότε κι ένα κελάηδισμα πουλιού, φωνές
από τον κόσμο που πέρναγε στο πεζοδρόμιο - μια μάνα μίλαγε στο παιδί της: «Άντε επιτέλους, προχώρα λιγάκι πιο γρήγορα», πότε πότε ο βόμβος κάποιου αεροπλάνου που πέρναγε ψηλά πάνω απ' το σπίτι.
Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Εκείνος πήγε στο χολ και τράβηξε λίγο την κουρτίνα στο παραθυράκι. Ήταν η Γκλόρια. Με μια άσπρη μπλουζίτσα και ένα ελαφρό μπλε φουστανάκι. Ήταν πολύ όμορφη, δεν θυμότανε να την είχε ξαναδεί σε τέτοιες ομορφιές. Ξανθιά με μαλλιά σαν στάχυα. Γεμάτη ζωή. Η μύτη της ήταν λίγο μεγαλούτσικη, αλλά τη
συνηθίζει κανείς, κι εκείνου του άρεσε. Αισθάνθηκε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και ρυθμικά σαν ωρολογιακή βόμβα σε άδειο δωμάτιο.
«Δεν μπορώ να σ' αφήσω να μπεις, Γκλόρια!»
«Άνοιξε επιτέλους την καταραμένη πόρτα!»
Την έβλεπε καθώς εκείνη προσπαθούσε να τον τσακώσει να κοιτάζει
μέσα από το κουρτινάκι.
«Γκλόρια, δεν καταλαβαίνεις...»
«Σου είπα, ΑΝOlΞΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ!»
«Εντάξει», είπε εκείνος, «εντάξει, πανάθεμά με!»
Ένιωσε τον ιδρώτα να μαζεύεται πίσω από τ' αυτιά του και να κατεβαίνει
στη ραχοκοκαλιά του. Τράβηξε μ' όλη του τη δύναμη την πόρτα.
«ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ!» Ξεφώνισε μισοπνιγμένα εκείνη. Το δεξί της χέρι
σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στ' ανοικτό στόμα της
«Στο ΕΙΠΑ, προσπάθησα να σ' το ΠΩ, στο ΕΙΠΑ!»
Υποχώρησε μερικά βήματα μέσ' στο δωμάτιο. Εκείνη έκλεισε την πόρτα πίσω της και τον ακολούθησε.
«Τι είναι αυτό.»
«Πού να ξέρω, Θεέ μου, δεν έχω ιδέα. Μη μ' αγγίζεις, μη μ' αγγίζεις... ίσως
είναι κολλητικό».
«Φτωχέ μου Χένρυ, αχ φτωχό μου παιδί...»
Ήρθε κοντά του, εκείνος οπισθοχώρησε πιο πίσω και σκόνταψε σ' ένα καλάθι αχρήστων.
«Στο διάολο! Σ' το είπα να μην έρθεις!»
«Μα γιατί. Είσαι σχεδόν το ίδιο όμορφος όπως πρώτα!»
«ΣΧΕΔΟΝ!» Ούρλιαξε. «ΜΗΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΟΥΛΑΩ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ Σ' ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, Ε;!»
Ξεσπάσανε κι οι δυο στα γέλια. Ξαφνικά κάθισε στον καναπέ κι έκλαψε.
Κρατούσε το χρυσοπράσινο πρόσωπο στα χέρια του κι έκλαιγε.
«Θεέ μου, γιατί να μην έχω καρκίνο ή καρδιακό έμφραγμα, κάτι τέλος πάντων φυσιολογικό και ξεκάθαρο; Ο Θεός έχει χέσει πάνω μου, να αυτό είναι! Ο Θεός έχεσε πάνω μου!»


το βιβλίο του Τσαρλς Μπουκόβσκι "Σημειώσεις Ενός Πορνόγερου" εκδόθηκε στις ΗΠΑ το 1969 με αυθεντικό τίτλο "Notes of a Dirty Old Man" . Μεταφράστηκε στα Ελληνικά από τον Τέο Ρόμβο το 1980. για να κατεβάσεις ολόκληρο το βιβλίο σε μορφή pdf πάτησε εδώ.