Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

τέσσερις τοίχοι

photo by Georgios Stylianopoulos
Βρίσκομαι πάνω στο χαλί.
Περπατάω προς την μέση και αργοσταματώ.
Γυρνάω στην πλάτη μου να δω ποιος είναι.
Δεν είσαι συ. Είσαι στο νου μου μοναχά.

Η μουσική παίζει χορό και εσύ φαίνεσαι κοντά.
Γυρνοβολάω μερικές φορές, κλείνω τα μάτια μου και
είσαι στην αγκαλιά μου αλλά ζαλίζομαι και χάνεσαι πάλι…

Αίσθηση σου παντού, αέρας αρωματισμένος με
τα πολύχρωμα μάτια σου. Θέλω να έρθεις κοντά
κι’ας μ’αρέσει που είσαι μακρυά μου, γιατί όσο είσαι
εκεί μπορώ να σ’ονειρεύομαι όσο ποθώ. Ποθώ πολύ.

Ζητάω ένα σου άγγιγμα, κι΄ας είναι να μην τελειώσει ποτέ.
Ξανά και ξανά και ξανά σε θυμάμαι και χαϊδεύω το μέλι σου
χωρίς να τ’ανακατώσω. Το παραμερίζεις για να δεις το απότομο πρόσωπό μου που σε θαυμάζει για να χαρίσεις στη διψασμένη μου ψυχή ένα ακόμη λάκισμα των χειλιών, δρόσισμα στην απόγνωση μου.

Ο πρώτος τοίχος είναι γαλάζιος και έχει πατημασιές σου στην
άμμο. Πόσα ωραία δάχτυλα μπορεί να έχει κανείς; Περισσότερα απ’αυτά που βλέπω κι΄ας είναι γιομάτα λύπες γιορτινές.

Ο δεύτερος κάτασπρος με ένα παράθυρο. Το τζάμι του φαντάζει ουρανός ατέλειωτος… και δάκρυα στάζουν απ’τα σύννεφα που  αγγίζουν το χέρι μου και το δροσίζουν γαλήνη.

Όνειρα, προσδοκίες, ένα φεγγάρι υφασμένο από νερό στέκει
απέναντί μου και δεν τολμώ να το δω κατάματα μήπως χαθεί για πάντα…

Γυρίζω για τρίτη φορά και βλέπω τον καθρέφτη. Κοιτάζω αυτό που θα είμαι. Φουρτουνιάζω, ζητάω τους φίλους μου, οι δικοί μου άνθρωποι μου λένε τώρα μπορείς, κάνε το βήμα σου. Μετέωρα περπατάω τώρα κι αν θα χαθώ θα έχω μια μέρα σου στη μνήμη μου. Ανάμνησή μου και βίωμά μου σ΄αντάρες, γλυκό κρασί σε κάποιο κακόφημο λιμάνι με καφέ
ουρανό και ένα φάρο που στέκει ορθός στ’ανταριασμένα κύματα.

Άνοιξα το πουγγί μου και έριξα κάθε σου σκέψη και μια απορημένη σου ματιά, όπως με κοιτάς συνήθως, όπως μ’ακουμπάς… Τώρα μπορώ να κλείσω
την πόρτα πίσω μου και να γυρίσω την πλάτη μου ¨ ανάσα, ανοίγω τα μάτια σφίγγω λαχταριστά το πουγγί στην καρδιά μου που χτυπά σταθερά πια και κάνω τα πρώτα μου βήματα στο βρεγμένο πλακόστρωτο. Το φως που σκορπιέται στη νύχτα είναι μωβ, βελούδινο και δαντελωτό. Ένας ξένος απλώνει το χέρι του. Είναι σκληρό και ρυτιδιασμένο, η όψη του όμως είναι η δικιά σου. Ο αέρας είναι το άρωμά σου. 
Ο κόσμος είναι εσένα γιομάτος σ’όλα.