Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Ανδρός/έρωτας, τα σύκα_:_____________

photo by Yoans

                                                            Όλα τα σύκα είναι γευστικά. Κάθε σύκο έχει τη δικιά του, ξεχωριστή, γεύση

Είμαι βρώμικος. Δεν είμαι εγώ, είναι η Κοινωνία. Φαντάζομαι αυτήν και ένα κρεβάτι. Αρκεί και ο πάγκος της κουζίνας. Η κοινωνία στα τέσσερα, πελάγη. Σταματάω. Δεν είναι ότι δεν έχω έμπνευση. Είναι τα μάτια του-αυτή τη στιγμή πάνω μου. Είναι η επόμενη μέρα. Αυτός όρθιος, καπνίζει, εγώ στο τραπέζι της κουζίνας, γράφω. Λέει γεια. Στη πραγματικότητα δε θέλει τίποτα να πει. Βαριέται. Ούτε ο ίδιος δεν κατάλαβε ποια στιγμή της στιγμής βαρέθηκε. Θέλει να είναι ευγενικός. Μιλάει γιατί έτσι λέει συνεχίζονται οι σχέσεις. Του λέω ότι δεν μου αρέσουν οι ευγένειες. Μου λέει, το ξέρω. Κοιτάω τα χέρια του - μικρά άκομψα λουκάνικα. Είναι τα χέρια όνειρα που πλησιάζουν. Και το να έρθεις κοντά με κάποιον απαιτεί λεπτότητα. Δεν θα κρατήσει για πολύ. Το ξέρουμε γι’ αυτό και έχουμε μυστικά συμφωνήσει να μην ερωτευτούμε. Ήταν μια εύκολη απόφαση(… ) Τρώμε χωριάτικη με κάπαρη και σταφίδες. Τα κορμιά μας έρχονται κοντά. Το επιτρέπουμε. Δροσίζομαι από τα μπούτια του και αφού εγώ δροσίζομαι, αυτός θα θερμαίνεται. Τα μικρά λουκάνικα τολμάνε να πλησιάσουν. Εγώ κοιτάω μπροστά. Ούτε θέλω, ούτε μπορώ να κινηθώ. Πιάνει την ευαισθησία μου. Τη χαϊδεύει. Το σώμα αντιδρά. Γνωρίζομαι με το παντελόνι του. Το βάρος μας πέφτει στο κρεβάτι. Τα σεντόνια είναι δροσερά. Με γυρνάει στα τέσσερα. Είμαι ένας γαλαξίας. Η γέννηση μου ήταν ένα θαύμα. Καλοκαίρι. Μακάρι να είναι αγόρι. Έτσι θα μεγαλώσει. Έτσι θα νιώθει. Δεν με γνώρισε έτσι. Αλλά ίσως έτσι να με ήθελε περισσότερο. Ψηλαφίζει τη μαύρη τρύπα του διαστήματος. Διερευνά. Μήπως ξέρει κι αυτός ποια ευαισθησία θέλει να αγγίξει. Δεν μπορείς να εκφράσεις το μυαλό σου. Μεσολαβεί δέρμα και δέρμα. Αυτά που θέλει γρήγορα τελειώνουν. Αν προφυλαχθούμε θα τελειώσω. Ας είναι. Ο χρόνος περνάει και εγώ ταξιδεύω. 
Αν σου έλεγα να μείνεις θα έμενες; Αν είχες που να μείνεις; Σταμάτα να ψηλαφίζεις. Η απόφαση είναι καλή. Βγήκαμε από τη θάλασσα παγωμένοι κι η καρδιά μας ήταν μαύρη. Ήσουν θυμωμένος. Ήθελες κάτι να αποφασίσεις. Δεν θα υπήρχε επόμενη μέρα. Το νησί γεμάτο σκαλιά. Συνηθίζεις να παίρνεις το βάρος από τη πλάτη μου. Η νύχτα εξαντλήθηκε. Παίρνουμε διαφορετικές κατευθύνσεις. Κάτι μέσα μας ήθελε και άλλο. Και κάτι άλλο δεν ήθελε τίποτα. Δεν μπορείς να εκφράσεις το μυαλό σου… λες και λες. Η σεξουαλικότητα φθίνει.

(…)

Ήρθα ξανά. Πρέπει να πίνεις νερό, όπως τα λουλούδια… 

Ήταν δύσκολο να επιστρέψω και έτσι το έκανα εύκολο. Δεν αντέχω ούτε τη σκέψη της πιθανότητας να είμαι παρείσακτη. Εδώ είναι το μονοπάτι, δεν χάθηκε. Ίσως χάσαμε λίγο από το παλιό μας εαυτό, αυτόν που τώρα θα ήξερε. Ο καινούργιος δεν ξέρει ούτε να περπατάει, ούτε να κολυμπάει και το να πετάξει είναι μάλλον αδύνατο. Η μηχανή διαλύθηκε τη νύχτα της εξάντλησης. Δύο άνθρωποι γυμνοί ο ένας απέναντι στον άλλο. Ανήμποροι στη πραγματικότητα που δεν θέλουνε να εξωραΐσουν. Να τη μεταμορφώσουν σε κάτι άλλο. Όλη η ομορφιά είναι πικρή. Δεν σε θέλω. Δεν με θέλεις. Ερωτηματικό. Αποχαιρετάμε την τέλεια κουρδισμένη μηχανή. Πλασμένη για έρωτα. Οι παλιοί εαυτοί κλαίνε. Έχω πάνω μου τη Κοινωνία. Δεν θέλω να σε μολύνω. Είσαι αγνός. Είμαι. Ερωτηματικό. Που θα βρω κάποιον να μου φερθεί σα σκυλί; Που θα βρω κάποιον να με αγαπάει απόλυτα; Προτρέξαμε για τη μέγιστη συμπύκνωση της  ρομαντικής μας ιστορίας. Τη φάγαμε τη Λόλα τη στιγμής. Τη καννιβαλήσαμε. Τη πληρώσαμε ακριβά και χαλάλι μας! Το μυαλό μας εκφράστηκε. 
Δέρμα και δέρμα. Απροσπέλαστο. 
Επιστρέφω στην επόμενη μέρα. Η ώρα της χωριάτικης, η απόλυτη απόλαυση. Λικνίζομαι ρυθμικά. Το ελάχιστο που μου επιτρέπω για να εκφράσω αυτήν την ατελείωτη ηδονή που με κατακλύζει. Αμφιβάλλει για τις εκφράσεις μου. Γεμίζω το ποτήρι του νερό. Σε εμένα βάζω μόνο όσο χρειάζομαι πραγματικά. Γιατί δίνω τόση προσοχή στις λεπτομέρειες. Πρέπει να πίνεις νερό, όπως τα λουλούδια… Φτιάχνει τσάι. Να φτιάξουμε και χαμομήλι για το ματάκι σου. Είμαι λίγο μαμά ε;. Ναι. Συγνώμη. 
Βλέπουμε εικόνες. Ανθρώπους ή τοπία; Χρώματα. Τα κορμιά μας πάλι κοντά. Είναι γοητευτικός και θα μπορούσα να του δώσω τα πάντα. Με γδύνει αργά. Θέλεις να τελειώσεις με το χέρι μου; Αυτά που θέλω με σκοτώνουν. Εσύ; Θέλεις να κατέβεις χαμηλά να δεις πως εκρήγνυνται τα θαύματα; Άστο. Ξέχνα το. Δεν είπα τίποτα. Δεν έχει καμία σημασία η διαδοχή των εικόνων. Γύρνα με ξανά στα τέσσερα και εξαφανίσου. Δεν έχω άλλο. Τι; Δεν έχω άλλο. Καύλα! Εγώ μόνο αυτό έχω. Σε μισώ και σε θέλω. Τα σώματα παίζουν με τη βραδύτητα. Τσιμπήματα και χάδια. Ηρεμούν. Κοιτιούνται. Ξεκόλλα… θα ερωτευτούμε.

Άντε και γαμήσου.

Όλοι αναζητάμε τη τρυφερότητα μα όταν η καρδιά είναι δεμένη τα χέρια και τα πόδια τινάζονται βίαια. Το μυαλό εκφράστηκε. Το παίρνω από την αρχή, της αρχής μήπως γίνω πιο ενδιαφέρον.

Όπα! Θα σε πατήσω. Άουτς! θα με πονέσεις.

Ήταν σκοτεινά. Σε πρόσεξα και ήθελα να με προσέξεις. Άρα η κατεύθυνση που πήρα με φόρα προς τα πάνω σου ήταν σωστή. Δε κοίταξα πίσω. Μονοπάτι δεν υπήρχε. Και ούτε θα θυμόμουν αυτά τα λόγια αν δεν μου τα θύμιζες. Άμα εκείνη τη στιγμή με ακολουθούσες στη σκηνή, αν η σκηνή ήταν πάνω σε ένα σύννεφο, αν είχαμε τη τόλμη… θα είχαμε ικανοποιήσει κάθε τρελή μας φαντασίωση. Όταν δύο σεξουαλικά παθητικά όντα αναλαμβάνουν δράση ο σαδομαζοχισμός είναι μια ενεργή ιεροτελεστία. Εκτός αυτού του ιερού τόπου αυτά τα δύο άτομα είναι τα πιο αγνά και ευγενικά όντα του πολιτισμού τους. Εκτός πραγματικού εαυτού και εντός πολιτισμού, άγονται και φέρονται. Εκτός εαυτού με τη «κακή» έννοια δεν βγαίνουν ποτέ, εκτός αν τους χορηγηθεί κάποιου είδους διεγερτική ουσία. Το πήγαμε φυσιολογικά. Ανώδυνα. Θεατές μιας άλλης ιεροτελεστίας, θεατών. Βήματα αργά προς τα πίσω. Βλέμμα και γέλιο. Βλέμμα και γέλιο. Βραδύτητα. 
Άκου, πρώτη φορά το ζω αυτό. 
Πρώτη φορά κοιτάω και γελάω.

(…)

Κανείς δεν ήθελε τίποτα, αλλά και οι δύο ποθούσαν να γίνουν όλα. Το είδα σαν να είσαι εσύ ο κυνηγός και εγώ το θήραμα σου. Και ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια πού ήταν σαν, σαν, σαν πριγκίπισσες. Σκυλόψαρα που θέλουν δούλους, να τους πνίξουν σε ιερά όργια. Αναίμακτα και ψυχρά τα τρυφερά κορμιά τους. Τα Σόδομα και τα Γόμορρα προνόμιο της ελίτ. Δούλοι της καρδιά τους, απέτυχαν να ρισκάρουν και να κερδίσουν μέγεθος αληθινό. 
Συνεχίζουμε το μονοπάτι. Κλέβουμε σύκα από αυλές και χωράφια. Τα μοιραζόμαστε. Είμαστε χαρούμενοι. Μου λέει κάτι για τα μαλλιά μου. Στιγμές, νιώθω σαν να έχουμε μπερδέψει τη πούτσα με τη βούρτσα. Αντιστεκόμαστε στην έκφραση της ομορφιάς της ζώσας πραγματικότητας για να μη πληγωθεί κανείς από τη ματαίωση της. Τουλάχιστον εγώ αυτό κάνω (…) Αν μπορούσε να μου εκφράσει το μυαλό του… Κάνω μεγάλη προσπάθεια να μη τον κοιτάω συνέχεια. Να μην τον φάω. Κλέβω από την υπερπροσπάθεια και τον παρατηρώ. Δεν είναι αυτός το Αδύνατο που αναζητάω (;) Κάτι τέτοιο θα αναρωτιέται και αυτός. Ίσως αργότερα να υποφέρω για την αδικαιολόγητη δειλία μου, ίσως αργότερα να κατηγορεί τον εαυτό του που άφησε ένα τέτοιο αγριολούλουδο να φύγει. Χρώματα. Άνθρωποι και τοπία. Η σχετικότητα της ομορφιάς περιορίζει τις αισθήσεις μας και τα λοιπά. ΠΑΡΑΚΑΛΩ αν είναι ψέμα, ας μου απαντήσει κάποιος, γιατί νιώθω τόση τρυφερότητα; 
Πρέπει να το πάρω από την αρχή. Είμαι βρώμικη. Η γέννηση μου ήταν ένα ανεπιθύμητο θαύμα. Κορίτσι!!! Προσπάθησα να αυτοκτονήσω με το λώρο ένα ζεστό αυγουστιάτικο καλοκαίρι γιατί ένιωθα παρείσακτη. Να τη χαίρεστε! Το βάρος της κοινωνίας πάνω μου. Κάθε άνθρωπος ένας λώρος που με τρέφει και με πνίγει. Θα τον θυμάμαι πάντα με το λινό του πουκάμισο και το αστραφτερό χαμόγελο. Μακάρι να με σκέφτεται και να μη μετανιώνει για τίποτα  
(για ότι έγινε, ότι δεν έγινε). 
Μου έκοψε ένα συκαλάκι. Το καθάρισα. Το έφαγε, και ελπίζω να το απόλαυσε. Αυτό ήταν

(…)

ένα μακρύ ταξίδι,

(και ο κλήρος πέφτει στους Αγγέλους)

                                                                                       by λαλώ