Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Γυναίκες που θαύμασα

γράφει η Βέρα J. Φραντζή  











Η γιαγιά μου, η μητέρα του πατέρα μου, δεν είχε πολλές ιστορίες να μου πει ή δεν ήθελε ή δεν πρόλαβε. Είχε κάτι άλλο, όμως, εκείνη η γυναίκα στα δικά μου τα μάτια. 
Ήταν δώδεκα χρόνια μεγαλύτερη από τον παππού μου. Τα αδέρφια της γιαγιάς μου νόμιζαν ότι θα μείνει γεροντοκόρη. Είχε φτάσει ήδη στα 32 και δεν είχε παντρευτεί. 
Κοκέτα ήταν. Στολιζόταν κάθε μέρα. Στολιζόταν μέχρι και την τελευταία μέρα που πέθανε. Είχε ξανθά σπαστά ανάστατα μαλλιά και έβαφε τα χείλη της κόκκινα. Το νωπό πρόσωπό της ασπριδερά το ταμπονάριζε με την πούδρα της Τalika. Έβαζε στα αριστερά στη χωρίστρα της ένα μεταλλικό τσιμπιδάκι σχεδόν βίαια και το κρανίο της γυάλιζε στο φως σε εκείνο το σημείο από τη ρωγμή που είχε δημιουργήσει. Φορούσε καπελάκια μικρά και τσόχινα. Τα φορέματά της έδεναν στη μέση με μια μικρή ζώνη από το ίδιο ύφασμα που ήταν όλο του ραμμένο το ρούχο της. Ήταν ψηλή για την εποχή της και είχε μια συνήθεια να λιώνει αργά καραμέλες στο στόμα της.

Ένα απόγευμα, λοιπόν, καθόταν στο μπαλκόνι στο πατρικό της σπίτι στην Καστέλα, όταν ο παππούς πέρασε περιπολία από το σοκάκι εκείνο και την είδε. Την αντίκρισε ακριβώς έτσι... με την λευκή της επιδερμίδα, τα λεπτά κόκκινα χείλη της και τα κοντά σπαστά μαλλιά της. Την ερωτεύτηκε όπως την είδε και όπως θα ήταν από τότε και στο εξής. Για τις επόμενες πέντε μέρες πάνω- κάτω το όργωνε το στενό. Ώσπου, το αποφάσισε, μπήκε μέσα και τη ζήτησε από το ναυτικό αδερφό της. Και έτσι την πήρε με όλα τα προικιά της και τη γυναικεία φιλαρέσκειά της. Αυτά τα λέει ο μπαμπάς μου.

Η γιαγιά μου η Ι., όταν εγώ ήμουν τεσσάρων, τα είχε ψιλοχάσει και δε ξέρω αν ότι μου έλεγε ήταν αποκύημα της μπερδεμένης εικόνας που είχε για το παρελθόν, το παρόν και την αληθινή πραγματικότητα. Όμως, μου έλεγε πως η γυναίκα πρέπει να καλλωπίζεται κάθε μέρα και ποτέ να μην επιτρέψει στον εαυτό της να τη δει ο άντρας της άσχημη και απεριποίητη. Αυτό σίγουρα δεν ήταν ψέμα ή φαντασία.  Όταν πηγαίναμε  να την επισκεφτούμε, πήγαινα στο δωμάτιο της και περιεργαζόμουν πράγματά της. Τα καλλυντικά της από αριστερά προς τα δεξιά ήταν παρατεταγμένα πάντα στην ίδια θέση. Το κόκκινο κραγιόν, σκληρό και ξυλώδες... η πούδρα, που ευωδίαζε σαν νεογέννητο βρέφος που μόλις έχει ξυπνήσει από ύπνο μεσημεριανό... το μαύρο μολύβι. Δίπλα το άρωμα με νότες τριαντάφυλλου και πατσουλί. Έβρισκα ευκαιρία εκεί και μπογιατιζόμουν. Έμπηγα το νύχι μου στο κόκκινο κραγιόν και έτριβα το κομμάτι του υλικού στα μάγουλά μου, σάλιωνα το μαξιλαράκι της πούδρας και έκανα ελιά πάνω στο βλέφαρό μου με το μολύβι. Εεε.. μετά έκανα τη σταρ μπροστά στον καθρέπτη. Λίγο πολύ ότι κάνουν όλα τα μικρά άτακτα κορίτσια σε αυτή τη γη. Αλλά η γιαγιά δεν είχε αποκτήσει κόρη και δεν ήξερε πως είναι να έχεις μια και εκνευριζόταν μαλακά με όλα αυτά τα καμώματά μου και την άκουγα από το σαλόνι να φωνάζει με φωνή αργή: «Γιάννηηηη... αυτόοοο το παιδί!». 

Την γιαγιά την Ι. δεν τη γνώρισα πολύ καλά. Πέθανε αρκετά νωρίς. Είμαι βέβαιη, όμως, πως από αυτή πήρα την αγάπη για τη φροντίδα της γυναικείας μου φύσης. Πήρα και ένα μικρό καθρεφτάκι- κειμήλιο και ένα χρυσό δαχτυλίδι. Αλλά δεν μου τη θυμίζουν τίποτα από όλα αυτά, παρά μόνο η μυρωδιά της πούδρας.