Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

χιονονιφάδες


Δεν ήξερε πόσους χειμώνες είχε ζήσει. Η εναλλαγή πλέον των εποχών ήταν γι’ αυτόν μια απλή ενδυματολογική διαδικασία, ίσως κουραστική. Ζούσε κλειστός. Ζούσε στα ψέματα όπως ένας ηθοποιός τον θάνατο ή την ευτυχία. Το μικρό χωριό τον γοήτευσε. Του έμοιαζε και προφανώς υποσυνείδητα καθρεφτίστηκε στη γαλήνη των δέντρων και στο αμίλητο του ουρανού. Θα διανυκτέρευε, οι συνθήκες τον ευνοούσαν. Εκείνη είχε βρεθεί εκεί τυχαία και με αστείο, απρόβλεπτο τρόπο. Όλη της η ζωή ήταν μάλλον αστεία, κολλημένη σε μια μόνιμη, άγουρη και ξυπόλυτη άνοιξη που αρνείτο να ωριμάσει και να γίνει καλοκαίρι ή έστω χειμώνας. Μόνο περιέργεια τη γέμισε το ελάχιστο χωριό και στην ησυχία του προς στιγμή ένιωσε θαμμένη και ξεχασμένη από τον κόσμο. Πόσα χαρτιά στα χέρια της; Πόσες σκέψεις στο μυαλό του; Πόση απόσταση που μικραίνει και μετατρέπεται σε ένα τυχαίο άγγιγμα που για κάποιους θεωρείται ενοχλητικό και για κάποιους άλλους επαναφορά. Έτσι, στην γωνία ενός πέτρινου τοίχου εκείνος ξέχασε ενώ εκείνη θυμήθηκε και για κλάσματα του δευτερολέπτου το χιόνι έπεφτε λιπόθυμο ανάμεσά τους…

Αυγή, 27/7/2015