Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θανάσης Ζελιαναίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θανάσης Ζελιαναίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

10 classic euro lesbian vampire movies of the 70s


10 classic euro lesbian vampire movies of the 70s, χρονολογικά.

►The Vampire Lovers (1970, Roy Ward Baker. Το πρώτο της τριλογίας των Καρνστάιν με Ingrid Pitt)
►Lust for a Vampire (1971, Jimmy Sangster. Το 2ο της τριλογίας των Καρνστάιν)
►Countess Dracula (1971, Peter Sasdy. Η Ingrid Pitt πίνει αίμα από παρθένες για να διατηρήσει τα νιάτα της)
►Vampyros Lesbos (1971, Jesus Franco. Soledad Miranda στην απόλυτη κορυφή της)
►Daughters of Darkness (1971, Harry Kümel. Δεν υπήρξε πιο κλασσάτη γυναίκα απ'τη Delphine Seyrig)
►Twins of Evil (1972, John Hough. Το 3ο της τριλογίας των Καρνστάιν. Δίδυμες και στην πραγματικότητα, ελαφρώς ανήλικες όταν γυρίστηκε το έργο)
►La Novia Ensangrentada (1972, Vicente Aranda. Με δυο μανούλια made in Spain)
►Vampyres (1974, José Ramón Larraz. Το καλύτερο του είδους κατά τη γνώμη μου με δυο κουνελάκια του Playboy)
►Levres de Sang (1975, Jean Rollin. Άρχοντας του είδους)
►Fascination (1979, Jean Rollin. Κλείσιμο της λίστας με Brigitte Lahaie)

επιμέλεια της λίστας Θανάσης Ζελιαναίος

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Out Of The Past, η επιτομή του #‎Film_Noir‬


Αμάρτημα του Παρελθόντος (Out Of The Past, 1947, Jacques Tourneur)
Ο δικός μας είναι ατσίδας. Κλασική περίπτωση private eye, κοινώς ιδιωτικός ντετέκτιβ, που έχουν δει τα μάτια του πράματα και θάματα. Σε κάθε καινούργια δουλειά που του αναθέτουν δεν κωλώνει πουθενά. Σου λέει με τι θα μπλέξω; Με εγκληματίες, δολοφόνους, καταχραστές, λαθρέμπορους; Ότι και να ΄ναι θα τα βγάλω πέρα, δεν υπάρχει τίποτα που να μην το έχω κάνει. Έτσι μπαίνει στην υπόθεση χαλαρός. Και αυτή τη φορά του σκάει η κεραμίδα! Ο διάβολος ο ίδιος με την μορφή της αρχετυπικής femme fatale και με όλα της τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Δεν μπορείς να της αντισταθείς ερωτικά αλλά το ένστικτό σου λέει ότι θα έχεις μπλεξίματα. Αλλά συνεχίζεις. Δεμένος πάνω της την ακολουθείς σαν υπνωτισμένος κι ας έρχεται κάθε λίγο και λιγάκι η λογική σου να σου λέει φύγε. Αλλά εσύ τίποτα, όλα θα πάνε καλά, λες, και δώστου κι άλλο, λίγο ακόμα. Και η κατάληξη του στόρι η αναμενόμενη: ο φίλος μας καταλήγει ηττημένος, κατεστραμένος, διαλυμένος να αναρωτιέται: «τελικά πόσο μαλάκας μπορεί να ήμουνα;». Όλοι του το λέγανε. Οι φίλοι του, τα γεγονότα, ακόμα και ο ίδιος του ο εαυτός αλλά αυτός το βιολί του.
Η παραπάνω μανιέρα είναι εκείνη που πάντα έδινε να καλύτερα φιλμ νουάρ κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι που κι εδώ έδωσε αυτό το κολοσσιαίο δείγμα της χρυσής εποχής του είδους στις δεκαετίες του ΄40 και του ΄50. Τι κι αν το το Γεράκι Της Μάλτας (Maltese Falcon, 1941, σκην. John Huston) θεωρείται, και είναι, το αρχετυπικό και πρώτο χρονικά καθαρόαιμο νουάρ; Δεν πιάνει μία μπροστά στο Out Of The Past. Εδώ λοιπόν η femme fatale είναι η Jane Greer. Η οποία βασανίζει τον γίγαντα Robert Mitchum. Κι αν μια femme fatale κάνει τ΄αλατιού ολόκληρο Mitchum σκέψου τι μπορεί να κάνει σε άλλους κοινούς θνητούς σαν και του λόγου μας. Η οποία μάλιστα τον βασανίζει σε δυο φάσεις. Μια στο παρελθόν και, επειδή δεν τού ΄φτασε και δεν έβαλε μυαλό, ακόμα μια στο παρόν. Έτσι λοιπόν σκοτεινό το παρελθόν του Τζεφ, ζοφερό και καταστροφικό και το παρόν και το μέλλον του το οποίο βρωμάει από μακρυά κρεμάλα ή σφαίρα. Διπλή η μαλακία του Τζεφ λοιπόν που τι κι αν προσπάθησε να σβήσει το παρελθόν του και το εν λόγω διαβολοθύλυκο με μια πιο ήσυχη ζωή σαν βενζινάς και με μια καλή κοπελίτσα που θέλει να την παντρευτεί και να ξεφύγει απ’ όλα αυτά. Η κατάληξη έχει ειπωθεί ξανά και ξανά. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο, ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης και πάει λέγοντας. Την τριάδα συμπληρώνει ο επίσης τιτάνας Κερκ Ντάγκλας που είναι ο εγκέφαλος της όλης ιστορίας. Και βέβαια πάνω απ’ όλους ο μάστορας Jacques Tourneur που εδώ αφήνει για λίγο τον κινηματογραφικό τρόμο ο οποίος τον καθιέρωσε με τα Cat Ρeople και Ι Walked with a Ζombie του 1942 και ΄43 αντίστοιχα.
Ένα μόνο ψεγάδι μπορώ να βρω στη συγκεκριμένη ταινία αλλά είναι λεπτομέρεια. Το ότι δε διατήρησε τον αρχικό, εκπληκτικό τίτλο του μυθιστορήματος του Geoffrey Homes στο οποίο βασίστηκε: Build My Gallows High του 1946.

Θανάσης Ζελιαναίος


Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

The Telephone Book, ψάχνοντας τον τέλειο άντρα


(1971, Nelson Lyon).

Ένα απ'τα πιο παράξενα, απολαυστικά, αστεία, σέξι exploitation ταινιάκια ever. Και, αν μη τι άλλο, όταν μια ταινία έχει σαν motto το "The story of a girl who falls in love with the world’s greatest obscene phone call" σίγουρα εξάπτει τη φαντασία.
Είναι η ιστορία της Alice (καθόλου τυχαίο το όνομα) που μέσα στη σεξουαλική της βαρεμάρα λαμβάνει ένα τηλεφώνημα από κάποιον John Smith που έχει σαν χόμπι να κάνει άσεμνα τηλεφωνήματα. Η Alice τον ερωτεύεται και ψάχνει μέσα απ'τον τηλεφωνικό κατάλογο (τρέχα γύρευε) να τον βρει. Στην προσπάθειά της πέφτει πάνω σε κάθε καρυδιάς καρύδι σε παράξενες και αστείες περιπέτειες. Αφού τελικά τον εντοπίζει τον καλεί στο διαμέρισμά της κι αυτός επειδή δεν θέλει να αποκαλυφτεί φτάνει με μια μάσκα γουρουνιού!
Η ταινία είναι ασπρόμαυρη αλλά στο τέλος γίνεται έγχρωμη και κλείνει μ'ένα αστείο, σέξι καρτούν όπου γίνεται της τρελής. Ανάμεσα στην ταινία παρεμβάλλονται συνεντεύξεις από weirdos, νοικοκυρές, και διάφορους άλλους που μιλάνε για το τηλεφωνικό σεξ ενώ εμφανίζονται και κάποια μοντέλα του Warhol (Ultra Violet, Ondine, Geri Miller) μιας και ο Andy είχε εμπλακεί στη παραγωγή.

Θανάσης Ζελιαναίος




Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

I Origins - Ίρις, το Παράθυρο της Ψυχής


I Origins (,2014, Mike Cahill)

Ο μοριακός βιολόγος Ian, ορθολογιστής, ψυχρός και μετρημένος, μελετάει σε ένα επιστημονικό project την ίριδα του ματιού με έναν βασικό σκοπό. Να αποδείξει την ανυπαρξία του Θεού. Τα μάτια όμως είναι το όχημα που θα φέρουν στη ζωή του την ίδια την έννοια της ψυχής με τη μορφή της Sofi. Γιατί η Sofi είναι η ψυχή ενσαρκωμένη. Όλα, ο τρόπος που την γνώρισε και την ερωτεύτηκε (ένα ζευγάρι μάτια πίσω από μια κουκούλα, άλλωστε τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής), ο τρόπος που την ξαναβρήκε (μια σειρά από συμπτώσεις περίπου μεταφυσικής χροιάς), η ίδια τους η σχέση που του πάει κόντρα στον ορθολογισμό του, η σύντομη διάρκεια της σχέσης τους που δείχνει πόσο δύσκολο είναι στον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο να κατακτήσει και να κρατήσει για πάντα την ψυχή και, σαν αποκορύφωμα, ο τρόπος που θα την χάσει τόσο σύντομα και αδιανόητα, εκεί οδηγούν. Αυτή είναι η μισή ταινία. Η υπόλοιπη μισή, που μας μεταφέρει 7 χρόνια μετά είναι μια ακόμα εισχώρηση της ψυχής στη ζωή του Ian που τόσο αισιόδοξα επιχειρεί να επιστρέψει.
Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι η ταινία προσπαθεί να καταπιαστεί με κάτι τόσο μεγάλο και συνήθως τέτοια μεγαλεπήβολα κινηματογραφικά πειράματα τρώνε τα μούτρα τους, ειδικά όταν ο δημιουργός τους είναι ένας τριανταπεντάχρονος νεοφερμένος χιπστεροχίππης στη δεύτερη μόλις ταινία του. Κι όμως το χαϊβάνι μας βάζει τα γυαλιά! Με μια επιτυχημένη αφηγηματική οικονομία που δεν έχει τίποτα περιττό, ένα χτίσιμο ατμόσφαιρας που χειρίζεται αρκετά ικανοποιητικά το δράμα και τη μεταφυσική πλησιάζοντας ακόμα και τον Iñárritu στο τέλειο "21 Grams" και βοηθούμενος από πολύ καλές ερμηνείες μας δίνει ένα αποτέλεσμα που εμένα μου άρεσε πολύ και προτείνεται ανεπιφύλακτα.
Κατά τ'άλλα θα είναι μίζερος κάποιος που μπορεί να κολλήσει σε κάποιες κινηματογραφικές ατέλειες (ΟΚ, θα μπορούσε να ήταν καλύτερο κινηματογραφικά, πιστεύω ότι ένας Aronofsky, ας πούμε, θα το έφερνε στα μέτρα μου) και πλακώστε στις μάπες όποιο τεχνοφρικιό πάει και κολλήσει σε διάφορα επιστημονικά λάθη που πάντα τέτοιες ταινίες έχουν. Κι αυτό γιατί μιλάμε για μια τόσο ιδιαίτερη και όμορφη ταινία που επιβάλλεται να τη δεις με την ψυχή και όχι με το μυαλό!

Θανάσης Ζελιαναίος

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Just Another Love Story, ένα μεταμοντέρνο φιλμ νουάρ


Kærlighed på Film / Just Another Love Story / Μία Ιστορία με Θέμα την Αγάπη (2007, Ole Bornedal, Δανία)

Πρωτογνώρισα τον Μπόρνενταλ με την πρώτη του ταινία (αναζητήστε το εκπληκτικό θρίλερ Nattevagten στην original μορφή του στα 1994 και όχι στο αμερικάνικο ριμέικ που έκανε ο ίδιος το 1997) και τον ξαναείδα στο μάλλον μέτριο Possession του 2012. Εδώ όμως έχουμε την κορυφή της φιλμογραφίας του και μάλλον ένα απ’τα αριστουργήματα για τον ευρωπαϊκό σινεμά της προηγούμενης δεκαετίας.
Ο Jonas, ένας φωτογράφος της αστυνομίας, παντρεμένος με δυο παιδιά, εμπλέκεται σε ένα τροχαίο με μια κοπέλα που καταλήγει στο νοσοκομείο σχεδόν τυφλή και με απώλεια μνήμης. Όταν μετά από μερικές μέρες από απλό ενδιαφέρον πάει να την δει όλοι οι δικοί της υποθέτουν ότι πρόκειται για τον γκόμενό της με τον οποίο ζούσαν για κάποια χρόνια στο Ανόι. Κι αυτός, θες από μια ανάγκη περιπέτειας, θές επειδή την ερωτεύεται αποφασίζει να παίξει το ρόλο του γκόμενου κλέβοντας την ταυτότητά του και εκμεταλευόμενος την κατάστασή της. Η Τζούλια όμως κρύβει ένα μυστήριο, η ιστορία της στο Ανόι δεν ήταν και τόσο ρόδινη και ο δικός της δεν ήταν και τόσο καλό παιδί.
Οπότε τι είναι τούτο δω τώρα? Μία ακόμα ιστορία με θέμα την αγάπη? No fuckin’way!!! Μια απλή ιστορία οικειοποίησης της ταυτότητας ενός άλλου? Ούτε τόσο απλό είναι. Εδώ αρχίζει για τον φίλο μας ένας δρόμος χωρίς γυρισμό. Το κήτος της Παλαιάς Διαθήκης καταπίνει τον Ιωνά και το θηρίο που καταπίνει τον Jonas είναι ο έρωτάς του για την Τζούλια αλλά και το ψέμα πάνω στο οποίο πατάνε όλα. Αλλά όπως του λέει και ένας συνάδελφός του «όμορφη γυναίκα και μυστήριο, κάπως έτσι ξεκινάνε όλα τα φιλμ νουάρ». Όμως η ταινία δεν είναι ένα απλό νουάρ αλλά προχωράει πολύ παραπέρα και βλέπεται σε πολλά κινηματογραφικά αλλά και θεματολογικά επίπεδα. Είναι και ερωτικό-ψυχολογικό δράμμα, είναι και αστυνομικό θρίλερ, είναι όλα αυτά μαζί που μπερδεύονται σε σωστές δόσεις αλλά με το βάρος να πέφτει στον ψυχολογικό αντίκτυπο του ψέματος στον ήρωα και στο πόσο άσχημα έχει μπλέξει.
Οι φιλμικές αναφορές του Μπόρνενταλ είναι σοφά διαλεγμένες: η εισαγωγή που παραπέμπει στο κλασσικό Sunset Blvd του Μπίλι Γουάιλντερ, το βασικό στόρι που μας θυμίζει το Professione Reporter του Αντονιόνι. Και τέλος η σκηνοθεσία του που σκίζει. Η αφηγηματική του οικονομία άψογη, δεν πετάς ούτε μισό καρέ. Οι ρυθμοί του καθόλου αργοί όπως ίσως θα περίμενε κανείς από μια ταινία της σκανδιναβικής σχολής. Και η ατμόσφαιρά του εκπληκτικά σκοτεινή αλλά και με έναν επαγγελματισμό εκπληκτικό που τελικά το κάνει έτσι όπως πρέπει να είναι ένας σωστός mainstream κινηματογράφος μακρυά από ανοησίες αλλά και ελιτισμούς. Κοινώς μην σας ξεφύγει.

Θανάσης Ζελιαναίος

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Βad Τiming, Η Δύναμη της Σάρκας

Η καλύτερη ταινία του Roeg με την εκπληκτική Theresa Russell στο ρόλο μιας ασταθούς, παθιασμένης γυναίκας που οδηγείται σε απόπειρα αυτοκτονίας λόγω της σχέσης της με έναν συντηρητικό γιατρό (ανέλπιστα καλός ο Art Garfunkel) και τον ντετέκτιβ Harvey Keitel που προσπαθεί να βγάλει άκρη μιας και κάτι του βρωμάει.
Πάνω απ’όλα πρόκειται για ένα σκηνοθετικό θαύμα μιας και ο τρόπος που αφηγείται την ιστορία ο Roeg είναι τόσο πρωτοποριακός που καταργεί όλα τα αφηγηματικά μοντέλα του σινεμά. Το παρόν εκτυλίσσεται σε δυο παράλληλα κομμάτια την ανάκριση του Garfunkel από τον Keitel και την προσπάθεια των γιατρών να σώσουν την Russell. Και σφήνα σε όλα αυτά μπαίνουν κομμάτια απ’το παρελθόν του ζευγαριού σε ανάκατη χρονολογική σειρά. Και αν αυτός ο τρόπος αφήγησης μοιάζει με σπαζοκεφαλιά είναι γιατί έχουμε ίσως συνηθίσει να βλέπουμε σινεμά με έναν γραμμικό χρονολογικά τρόπο αφήγησης που εξυπηρετεί μεν τη δραματουργία αλλά είναι απλά μη ρεαλιστικός. Απλά αναλογιστείτε πως όλοι μας θυμόμαστε τα γεγονότα απ’τη ζωή μας με κάποιον άνθρωπο. Με χρονολογική σειρά? Όχι φυσικά. Και βέβαια η μαεστρία του Roeg έγκειται στο ότι όλη αυτή την αλληλουχία την κάνει να ρέει τόσο φυσικά, χωρίς κοιλιές και με κάθε ανοιχτόμυαλο θεατή απλά να αφήνεται στην εξέλιξη όλου αυτού του πλάνου.
Εκτός όμως απ’τα παραπάνω η ταινία παίρνει άριστα και στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Σπάνια βλέπεις στο σινεμά μια περσόνα τόσο έντονη σαν αυτή της Milena που να σε πείθει ότι το εννοεί στο 100% την κάθε λέξη που λέει. Το πόσο αταίριαστοι μοιάζουν αυτοί οι δυο τους αλλά πως δεν μπορούν να ξεκολλήσουν ο ένας απ’τον άλλο. Και το πως με μαθηματική ακρίβεια θα καταλήξουν εκεί που κατέληξαν. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που κάποιοι την χαρακτήρισαν σαν μια «άρρωστη ταινία, φτιαγμένη από άρρωστους ανθρώπους που απευθύνεται σε άρρωστους ανθρώπους».

Θανάσης Ζελιαναίος


Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Hellraiser, μια ιστορία πόνου και ηδονής.


Hellraiser, 1987, ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Clive Barker

Πόνος και ηδονή. Αυτό είναι το Hellraiser. Στην αρχική του μορφή, ένα μυθιστόρημα της σειράς με τίτλο The Hellbound Heart που ούτε πάει ο νους σου. Τόσα και τόσα άλλα γραφτά του Barker είναι απείρως καλύτερα, με κορυφαίο κατά τη γνώμη μου το φουλ αρρωστημένο Στους Λόφους οι Πόλεις απ’ το πρώτο Βιβλίο του Αίματος. Εδώ όμως μετατρέπεται σε μια απ’ τις κορυφαίες ταινίες τρόμου ever.
Πηγή του κακού εκείνος ο καταραμένος κύβος. Που είναι η πύλη μέσα απ’ την οποία μια παράξενη κάστα όντων που ούτε ξέρουμε τι είναι, ούτε από που έρχονται, ξεχύνονται στον κόσμο μας για να φέρουν ένα ατέλειωτο βασανιστήριο. Και φυσικά, όπως πάντα, για να γίνει αυτό απαιτείται η συνεργασία κάποιου αδαούς ανθρώπου που θα ανοίξει τον κύβο. Αρκετά κοινότυπο βέβαια αλλά και ταυτόχρονα γοητευτικά λαβκραφτικό. Άλλωστε η αξία του Hellraiser δε βρίσκεται σε καμιά πρωτοτυπία με την οποία το εξορισμένο Κακό έρχεται σε μας αλλά στο τι θα φέρει και πως αυτό αποδίδεται τελικά στην ταινία. Και εδώ ακριβώς είναι όλο το ζουμί. Σπάνια μια ταινία τρόμου δίνει μια τέτοια αίσθηση νοσηρότητας, ανακατεμένη με το αίμα, τη σαρκική ηδονή, την τρέλα και τον θάνατο, απουσία οποιασδήποτε αισθηματικής ή άλλης ανθρώπινης διάστασης. Γι’ αυτό το Hellraiser είναι ένας ατέλειωτος βασανιστικός εφιάλτης απ’ όπου ή δε θα βγεις ζωντανός ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα βγεις με τα λογικά σου σαλεμένα.
Στη σκηνοθεσία ο ίδιος ο δημιουργός του. Ποιός άλλος θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα; Ίσως ένας Cronenberg μόνο. Η διαβολική Clare Higgins, η κορυφή της ταινίας, που επιδίδεται σ’ ένα ατελείωτο μακέλεμα αθώων προκειμένου να ξαναφέρει στη ζωή τον εραστή της και αδερφό του άντρα της. Ο Andy Robinson κατ’ αρχήν θύμα και προς το τέλος κακός, μα πολύ κακός, έτσι όπως του πάει και όπως τον θαυμάσαμε σαν Scorpio στο Dirty Harry. Η κόρη του ζεύγους, η Ashley Laurence, εντάξει αγγούρω αλλά ήταν η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση, μη ζητάμε και πολλά. Ο Sean Chapman στο ρόλο του αδερφού, άψογος, αληταράς, εκμαυλιστής που η διεφθαρμένη ζωή του τον οδήγησε τελικά στο να γνωρίσει την Κόλαση από πρώτο χέρι. Και από κοντά η μορφή του Pinhead, παρουσιασμένη με φειδώ εδώ πέρα, που όντως σου μεταδίδει το πνεύμα και την ατμόσφαιρα που ήθελε να πετύχει ο Barker. Αλλά πάνω απ’ όλα το σάουντρακ του Christopher Young. Θεέ μου αυτό το σάουντρακ!!! Βγαλμένο κατ’ ευθείαν απ’ τα τρίσβαθα της Κόλασης που δίνει στην ταινία τη μισή και παραπάνω αξία της. Υπνωτικό, βλάσφημο, θανατηφόρο και ηδονικό μαζί!
Από κει και ύστερα η παραπέρα εκμετάλευσή του που έγινε francise μπορεί να αγνοηθεί επιδεικτικά. Να εξηγούμαστε, όλα τα υπόλοιπα της σειράς δεν είναι ούτε Hellraiser, ούτε καν Barker. Στον κουβά όλα τους. Αν τώρα θέλετε να τα δείτε σαν αυτόνομες ταινίες, απαλλαγμένες απ’ το καπέλο του Hellraiser, ρίξτε μια ματιά στο πέμπτο της σειράς με υπόττλο Inferno (2000, σκηνοθεσία Scott Derrickson) το οποίο με ένα καλύτερο καστ και καλύτερη σκηνοθεσία (αμφότερα είναι σχεδόν για τα μπάζα), θα ήταν, χωρίς πλάκα, ένα πολύ ωραίο ψυχεδελικό, αστυνομικό giallo. Πάντως αίμα εδώ μην περιμένετε, δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου.
Όσον αφορά τον Barker τώρα, σαν συμπλήρωμα στο μενού, λίγο παρακάτω στέκει και το επίσης καταπληκτικό Candyman του 1992 απ’ τον Bernard Rose με την Virginia Madsen. Ενδεχομένως ισάξιο με το Hellraiser και απαραίτητο.

Θανάσης Ζελιαναίος

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Βίαιοι, Βρώμικοι και Κακοί (η ανθρώπινη ανηθικότητα σε όλο της το μεγαλείο).


Βίαιοι, Βρώμικοι και Κακοί (Brutti, Sporchi e Cattivi, 1976, Ettore Scola).

Μια βουτιά στο παρελθόν μ' ένα ιταλικό αριστούργημα των 70ς. Ο Ettore Scola οπλίζεται με τον παροιμιώδη αμοραλισμό των σπαγγέτι γουέστερν και την ιταλική κωμωδία και ρίχνει μια στο δόξα πατρί του ιταλικού νεορεαλισμού θάβοντάς τον για πάντα. Η Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη (η ταινία-γέννηση του ιταλικού νεορεαλισμού του 1945 απ’ τον Roberto Rossellini) τώρα είναι μια μεγάλη πρωτεύουσα και η κοινωνία του Κλέφτη των Ποδηλάτων μεταφέρεται πλέον στις παρυφές της ξεχνώντας για πάντα την οποιαδήποτε ηθική της. Το τελικό αποτέλεσμα βρωμάει και ζέχνει από μίλια μακρυά. Όπως ακριβώς τα πάντα βρωμάνε σ’ αυτό το φτωχομαχαλά στην άκρη της Ρώμης. Τίποτα δε μένει όρθιο σ’ αυτή τη μικροκοινωνία που όλα κυλούν αργά, βασανιστικά χωρίς καμιά ελπίδα. Η περιφερειακή λεωφόρος που χωρίζει τη γειτονιά απ’ τη μαγική πρωτεύουσα είναι το ανθρώπινο σύνορο που χωρίζει τους δυο κόσμους που δεν έχουν τίποτα κοινό.
Και η ιστορία εστιάζει σε μια οικογένεια που γίνεται της τρελής. Ούτε μπορεί να καταλάβει κανείς από πόσα μέλη αποτελείται, τι δουλειά κάνει ο καθένας, πως τα φέρνουν βόλτα, πως χωράνε όλοι αυτοί, καμιά δεκαπενταριά άτομα σύνολο, μέσα σε μια παράγκα που αυτή του Καραγκιόζη μπροστά της μοιάζει με σεράι. Το μόνο που ξέρουν είναι να γενοβολάνε και όπως λέει σοφά κι ο πάτερ φαμίλιας (ο εκπληκτικός Nino Manfredi) «οι γονείς έχουν γίνει περισσότεροι και απ’ τα ποντίκια». Μήλον της Έριδας για όλους το ένα εκατομύριο λιρέτες που έχει πάρει αποζημίωση ο πατέρας από εργατικό ατύχημα. Ο οποίος τα κρύβει κάθε βράδυ και σε διαφορετικό μέρος για να μην του τα φάνε και κοιμάται με την καραμπίνα αγκαλιά. Η επαγγελματική σύνθεση των παιδιών, μύλος. Μια νοσοκόμα, ένας τραβεστί που κάνει βίζιτες αλλά πηδάει και τη γυναίκα του αδερφού του, ένας που θέλει να γίνει κουρέας, ένας επίδοξος τραγουδιστής, ένας τσαντάκιας και κάμποσοι άνεργοι. Και βέβαια η μασκώτ της οικογένειας, η μάνα του πατέρα που στήνεται όλη μέρα μπροστά στην τηλεόραση στα ογδοντατόσα της και μαθαίνει αγγλικά! Κόλαση! Ο κόμπος φτάνει στο χτένι όταν ο πατέρας αποφασίζει να σπιτώσει μια πουτάνα που ψάρεψε κάπου και τη βάζει να κοιμάται στο κρεβάτι μαζί με τη γυναίκα του. Και τα φράγκα της αποζημίωσης αρχίζουν να κάνουν φτερά σε ντόλτσε βίτα καταστάσεις. Και τότε τα μέλη της οικογένειας αποφασίζουν να τον δηλητηριάσουν σε ένα μεγάλο γεύμα. Η σκηνή του γεύματος και της δηλητηρίασης άπαιχτη.
Η ταινία ευφυώς ξεκινάει και τελειώνει με την ίδια σχεδόν σκηνή. Μια απ’ τις κόρες της οικογένειας, μάλλον η πιο μικρή, ίσως και ανήλικη ακόμα, βγαίνει απ’ το σπίτι χαράματα με τους ντενεκέδες παραμάσχαλα για να πάρει νερό για το σπίτι στην κοντινή βρύση του μαχαλά. Το πλάνο σιγά-σιγά ανοίγει και αποκαλύπτεται στο βάθος μια εκπληκτική θέα της Ρώμης με τον καθεδρικό ναό του Αγίου Πέτρου να ξεχωρίζει. Η μόνη διαφορά είναι ότι στο κλείσιμο της ταινίας η κοιλιά της πιτσιρίκας είναι τούμπανο. Μια καινούργια ζωή θα έρθει στην οικογένεια. Και τι έγινε; Κανένας δεν ενδιαφέρεται. Ποιος είναι ο πατέρας; Μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Κάποιος γείτονας, κάποιος μουσαφιραίος πιθανώς και κανένας αδερφός της. So fuckin’ what? Πως θα μεγαλώσει το μικρό, τι θα γίνει στη ζωή του; Who gives a shit? Τα πράγματα θα παραμείνουν τα ίδια, η φτώχεια, η γκρίνια, η απελπισία, τα όνειρα που δε θα γίνουν ποτέ πραγματικότητα θα είναι πανταχού παρόντα. Και η ζωή συνεχίζεται…

Θανάσης Ζελιαναίος

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Οι δέκα χειρότερες μαμάδες του Σινεμά (σε χρονολογική σειρά)


Με κάτι τέτοιες μανάδες εύχεσαι να ήσουν ορφανό.

Psycho (1960, Alfred Hitchcock)
Εν αρχή ήν ο Hitch. Όλα τά’πε ο μπαγάσας. Η μαμά Bates είναι πεθαμένη αλλά ταλαιπωρεί το γιό της ακόμα κι απ’τον τάφο και δεν τον αφήνει να σταυρώσει γυναίκα. Η Janet Leigh το μαθαίνει από πρώτο χέρι και άμα ήξερε τι θα πάθαινε θα έμενε πιο άλουστη ακόμα κι απ’τον Lemmy! Καλά να πάθει!


Carrie (1976, Brian De Palma)
Θρίαμβος! Η συνεσταλμένη Carrie (Sissy Spacek) τραβάει τον αλίμονο απ’τη θρησκόληπτη μάνα της (η φοβερή Piper Laurie γράφει ιστορία) και όταν η μικρή αποφασίζει να πάει στο χορό του σχολείου, και μάλιστα με γκόμενο, την περιμένει μια εξευτελιστική υποδοχή απ’τους συμμαθητές της που είναι τόσο κωλόπαιδα που αυτά του «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα» μπροστά τους είναι αγγελούδια. Έλα όμως που η Carrie έχει τηλεπαθητικές ικανότητες οπότε τα παίρνει στην κράνα και τα κάνει όλα λίμπα. Αμφότερες έλαβαν υποψηφιότητα για όσκαρ!


Friday the 13th (1980, Sean Cunningham)
Ντάξει είναι spoiler αλλά κάθε σινεφίλ που σέβεται τον εαυτό του το έχει δει οπότε ξέρει ότι ο δολοφόνος που ξεπαστρεύει τους έφηβους εκδρομείς της κατασκήνωσης δεν είναι ο διαβόητος Jason Voorhees αλλά η μάνα του (Betsy Palmer) που θέλει να εκδικηθεί για το θάνατο του γιού της.


Mommie Dearest (1981, Frank Perry)
Η πιο σκύλα μάνα του Hollywood, η Joan Crawford, ενσαρκώνεται στο πανί σ’αυτή την μεταφορά της αυτοβιογραφίας της κόρης της που φανταστείτε τι τράβηξε για να γράψει ολόκληρο βιβλίο με τα άπλυτα της μάνας της. Η ταινία σάρωσε τα βατόμουρα αλλά η Faye Dunaway στο ρόλο της Crawford δίνει ρέστα.


Angustia (1987, Bigas Luna)
Σ’αυτό το κρυφό διαμάντι των 80ς η μουρλή μάνα Zelda Rubinstein πείθει το βλαμμένο γιο της (Michael Lerner) μέσω υπνωτισμού ότι για να γλιτώσει απ’την ολική τύφλωση που τον απειλεί λόγω μιας πάθησης πρέπει να συλλέξει όσο περισσότερα ανθρώπινα μάτια μπορεί για να πάρει δύναμη απ’αυτά. Έτσι αυτός βγαίνει παγανιά και ξεματιάζει (κυριολεκτικά) όποιον βρει μπροστά του.


The Grifters (1990, Stephen Frears)
Η Anjelica Huston σε μεγάλη φόρμα και σε μια σχέση πάθους και αποστροφής με το μικροαπατεώνα γιο της John Cusack σε μια εκπληκτική ταινία με έντονες οιδιπόδειες αναφορές που στιγμάτισε τα 90ς.


Wild at Heart (1990, David Lynch)
Υποψηφιότητα για όσκαρ και για την Diane Ladd που κυνηγάει τον γκόμενο της κόρης της (το ζεύγος Nicolas Cage και Laura Dern δίνει ρέστα) μέχρι τα πέρατα του κόσμου. Και φυσικά ο Lynch στα καλύτερά του χτυπάει το Χρυσό Φοίνικα. Άξιος!


The Heart Is Deceitful Above All Things (2004, Asia Argento)
Στην πρώτη της σκηνοθετική προσπάθεια η λατρεμένη Asia στο ρόλο μιας ναρκομανούς, πόρνης μάνας. Ένα ατέλειωτο road movie με το μικρό της γιο να είναι το μεγαλύτερό της θύμα. Η τύπισσα είναι τόσο βαρεμένη που πριν ο μικρός πάει καλά-καλά σχολείο έχει προλάβει να τον κάνει τελειωμένη drag queen στολίζοντάς τον με κραγιόνια, κομπινεζόν και άλλα τέτοια αξεσουάρ!


Ma Mère (2004, Christophe Honoré)
Η Isabelle Huppert, η πιο ανώμαλη μάνα απ’όλες, αναλαμβάνει να μυήσει το δεκαεφτάχρονο γιο της στα μυστικά του έρωτα μόνο που το παρακάνει σ’αυτή τη μέτρια διασκευή του βιβλίου του George Bataille. Τόση είναι η διαστροφή που πέφτει εδώ μέσα που κάνει τη «Δασκάλα του Πιάνου» να μοιάζει με το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι.


Precious (2009, Lee Daniels)
Ύστερα από τόσες υποψηφιότητες επιτέλους και ένα κερδισμένο όσκαρ για τη μοναδική σκύλα μάνα που κατάφερε να το πάρει. Η υπέρβαρη Mo'Nique μας δείχνει την αποτρόπαια πλευρά του Χάρλεμ και η κόρη της έχει τραβήξει τόσα πολλά που θα έπρεπε να ανακηρυχθεί Αγία!

Θανάσης Ζελιαναίος