Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα myfilms. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα myfilms. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Jimmy's Hall, ο χορός ως αμαρτία και πολιτική πράξη

 Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς, 2014

Ύστερα από την απέλασή του το 1921 και μετά από μια δεκαετία στην Αμερική, ο Ιρλανδός πολιτικός ακτιβιστής Τζίμι Γκράλτον, επιστρέφει στα πάτρια εδάφη και επαναλειτουργεί την αίθουσα χορού στην οποία οι νέοι παρακολουθούσαν διάφορα μαθήματα, χόρευαν και επικοινωνούσαν γενικότερα. Όμως και πάλι το εγχείρημά του αυτό, θεωρείτε επικίνδυνο και έρχεται αντιμέτωπος με την εκκλησία και τους πολιτικούς, κινδυνεύοντας να χάσει τα πάντα.



Ένας από τους πιο σημαντικούς Άγγλους σκηνοθέτες ο Κεν Λόουτς, με πολλές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές δημιουργίες στο ενεργητικό του, γνωστός για το ρεαλιστικό, νατουραλιστικό θα λέγαμε, σκηνοθετικό του στιλ και για τις προοδευτικές του πεποιθήσεις. Οι ταινίες του παρουσιάζουν πλήθος κοινωνικών ζητημάτων και κυρίως εστιάζουν στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των κοινωνικών θεσμών και την διαμορφωτική τους επιρροή στην ανθρώπινη προσωπικότητα. Από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της κινηματογραφικής του γραφής είναι το "Γη και Ελευθερία"(1995), "Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι"(2006, Χρυσός Φοίνικας), "Το όνομά μου είναι Τζο"(1998), "Ψωμί και τριαντάφυλλα"(2000), Ladybird Ladybird(1994).
 Το Jimmy's Hall είναι μια μυθοπλασία βασισμένη στην αληθινή ιστορία του Τζίμι Γκράλτον, ενός Ιρλανδού ακτιβιστή που λίγο μετά το χρηματιστηριακό κραχ της Αμερικής επιστρέφει το 1930 στη χώρα του, ύστερα από δέκα χρόνια εξορίας. Στην προσπάθειά του να επαναλειτουργήσει την αίθουσα χορού που είχε ανοίξει πριν εξοριστεί, έρχεται σε αντιπαράθεση με το κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό κατεστημένο της κοινότητας και χωρίς δίκη απελαύνεται ξανά. Μέσα από την ιστορία του Γκράλτον, ο σκηνοθέτης παρουσιάζει ένα δυσάρεστο κομμάτι της ιρλανδικής πολιτικής ιστορίας κατά τη δεκαετία του '30. Η Ιρλανδία είχε αφήσει πίσω της το αιματηρό παρελθόν των συγκρούσεων για την ανεξαρτησία της από την Μεγάλη Βρετανία (1919-1921) και τον εμφύλιο (1922-1923) και η συγκεντρωτική εξουσία της καθολικής εκκλησίας με την φονταμενταλιστική της προσέγγιση, θεωρούσε ως μόνο ενοποιητικό στοιχείο για τη χώρα την τυπολατρική εμμονή στην ιρλανδική παράδοση και την άρνηση κάθε ενδεχόμενης αλλαγής. 
 Ο Λόουτς ενθυμίζοντάς μας τον τότε αγώνα των φτωχών εναντίον των πλουσίων επισημαίνει, πως ο αγώνας αυτός εξακολουθεί μέχρι και σήμερα, αλλά αντί των μεγαλογαιοκτημόνων και της εκκλησίας, η καταδυνάστευση του απλού λαού συνεχίζεται με τις μεγάλες τράπεζες και τις μεγάλες κερδοσκοπικές εταιρίες που με την καταχρηστική εξουσία τους, την αδάμαστη απληστία τους και με τη βοήθεια της κυβέρνησης έσυραν τη χώρα στο μνημόνιο όταν ξέσπασε η κρίση το 2008.
 Για αυτούς τους ισχυρούς θύλακες εξουσίας, πάντα η τέχνη αποτελούσε και αποτελεί ένα μεγάλο φόβητρο καθώς, εκτός των άλλων, είναι φορέας νέων πρωτοποριακών ιδεών, αναπτύσσει τη δημιουργική ικανότητα και την προσωπική ελευθερία του ατόμου, όπως επίσης και την ικανότητά του για κριτικό στοχασμό. Ο σκηνοθέτης προτάσσει την τέχνη ως ισχυρή άμυνα έναντι του ολοκληρωτισμού, αναδεικνύοντας και καταξιώνοντας το πολιτιστικό κέντρο του Τζίμη Γκράλτον που ήταν μια δυνατή φωνή ενάντια στην κατάχρηση κάθε εξουσίας και συνάμα έκφραση της προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας και της ζωής γενικότερα.
 Το Jimmy’s Hall πατάει πάνω στην προβληματική που ακολουθεί εδώ και χρόνια ο σκηνοθέτης, με τα ζητήματα της θεσμικής καταπίεσης, της ατομικής ελευθερίας, της αλληλεγγύης, της συλλογικότητας και τον ρόλο των τεχνών και της γνώσης στο μετασχηματισμό ενός καλύτερου αύριο να προεξέχουν, αλλά εκτός από τη θεματική του, τίποτα άλλο δεν προδίδει το νατουραλιστικό στιλ του σκηνοθέτη. Παρά τις ειλικρινείς προθέσεις, το μήνυμα που κοινωνείται παραδίδεται με έναν αδέξιο και ίσως αφελή τρόπο, ενώ η κάποιες φορές ασαφής αφήγηση και ο απλοϊκός διάχυτος συναισθηματισμός, αμβλύνουν τις αιχμές του περιεχομένου του και το μετατρέπουν σε ένα συμβατικό δράμα εποχής. Παρόλα αυτά είναι μια ενδιαφέρουσα και συνολικά καλή ταινία που βλέπεται.





πηγή: myfilms-in.blogspot.gr

αν είσαι λάτρης του κινηματογράφου το My films-in είναι μια σελίδα που αξίζει να επισκεφθείς. 


Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

The Broken Circle Breakdown, η μουσική σώζει


Ο Ντιντιέ, πραγματιστής και άθεος και η Ελίζε, θρησκευόμενη και ρομαντική, ερωτεύονται παράφορα και ζουν μαζί έχοντας ως κοινό πάθος τη μουσική. Όταν ο καρπός αυτής της σχέσης, το μικρό τους κοριτσάκι αρρωσταίνει βαριά, η διαφορετικότητα των χαρακτήρων τους θα αναδυθεί και θα θέσει σε δοκιμασία την σχέση τους.
Πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού έργου του Γιόχαν Χέλντεμπεργκ, ο οποίος πρωταγωνιστεί στη ταινία και έχει συμμετάσχει στη γραφή του σεναρίου.  
 Κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτής της κινηματογραφικής αφήγησης, είναι η περίπλοκη δομική οργάνωση των πλάνων της, που στηρίζεται σε μια διαδοχή α-συνεχειών του χωροχρόνου. Ο φιλμικός χρόνος πηγαίνει συνεχώς μπρος πίσω, από το πάθος στην τραγωδία, καταγράφοντας ουσιώδεις στιγμές για την κατανόηση των θεμάτων που πραγματεύεται, με αποτέλεσμα αφενός να εμπλουτίζει τον τρόπο που βιώνεται η κινηματογραφική αυτή εμπειρία, αφετέρου, να εκτονώνει εκεί όπου χρειάζεται το συγκινησιακό της φορτίο. Άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό της κινηματογραφικής αφήγησης είναι η εξαίσια μουσική που λειτουργεί ως συνεκτικός παράγοντας του φιλμικού ρυθμού. Υπέροχα κομμάτια κάντρι συγχρονίζονται με τα συναισθήματα δυσάρεστα ή ευχάριστα, τονίζοντας την σύζευξη της μουσικής με όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας. Τέλος χωρίς τις δυνατές ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών που γεμίζουν την οθόνη με το πάθος, την ένταση και τους αντιθετικούς τους χαρακτήρες δεν θα μπορούσαν να επικοινωνήθουν επαρκώς τα όποια μηνύματα της ταινίας. 
 Κάποιες φορές τα στοιχεία του μελοδράματος εκβιάζουν το συναίσθημα και ο εμβόλιμος σχολιασμός για την θρησκεία και την επιστήμη σε μερικά σημεία ή ο σχολιασμός για την υποκρισία της αμερικανικής εξουσίας και πολιτικής, γίνονται λιγάκι αδέξια. Εντούτοις, η όλη κινηματογραφική προσπάθεια μπορεί να χαρακτηριστεί ικανοποιητική, έντιμη και αξιοπρεπής, αφού όχι μόνο συγκινεί βαθιά, αλλά η προβληματική της ακολουθεί τον θεατή και μετά το πέρας της προβολής, καθώς αφήνει τον χώρο, στο να δώσει τα δικά του απαντήματα. Το φιλμ εντέλει γίνεται ένας στοχασμός πάνω σε όλα εκείνα τα ζητήματα που χαρακτηρίζονται ως μείζονα για την ανθρώπινη ύπαρξη, πάνω στην αγάπη, στην πίστη, στην απώλεια, στην αντοχή, στο αναπόφευκτο, στον διαφορετικό  τρόπο με τον οποίο ο καθένας μας αντιμετωπίζει την πραγματικότητα και δικαίως είχε προταθεί για το όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.

πηγή: myfilms-in.blogspot.gr

αν είσαι λάτρης του κινηματογράφου το My films-in είναι μια σελίδα που αξίζει να επισκεφθείς. 

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

The Hunt, η ταχύτητα του ψέματος



Σκηνοθεσία: Τόμας Βίντεμπεργκ

Ο Λούκας, είναι ένας μοναχικός δάσκαλος που ζει σε μια μικρή δανέζικη πόλη και προσπαθεί να επαναφέρει τη ζωή του μετά το πρόσφατο διαζύγιό του, καθώς επίσης να πάρει την επιμέλεια του γιου του. Σιγά σιγά ο Λούκας θα βρει μια σχέση και θα έρθει πιο κοντά με το γιο του. Όλα φαίνονται να πηγαίνουν προς το καλύτερο όμως το σκηνικό της ζωής του θα αλλάξει δραματικά από μια φήμη, από ένα μικρό ψέμα και θα έρθει αντιμέτωπος με τη μικρή τοπική κοινωνία που θα επιδείξει το σκληρό της πρόσωπο.



Πρόκειται για ένα δράμα υψηλών προδιαγραφών, πολυεπίπεδο, με πλήθος κοινωνικών και ψυχολογικών προβληματισμών, με μια λιτή και διαυγή σκηνοθετική απόδοση και με έναν πρωταγωνιστή που ερμηνεύει εσωτερικά, έξοχα το αμυνόμενο και φαινομενικά παθητικό θύμα. Ο ήρωας βρίσκεται κυνηγημένος και εγκλωβισμένος από μια φήμη, ένα ψέμα. Έκθετος, διασυρόμενος από την οικογένεια και την κοινωνία. Τραγική φιγούρα που ζει έναν εφιάλτη λόγω της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και της εκδίκησης. Παρόλο όμως που τσακίζεται, δεν χάνει την δύναμη και την ευγένειά του. Οι εξεταζόμενες ανθρώπινες συμπεριφορές, πλήθος, αυτές της οικογένειας, των φίλων, των συμπολιτών, των δασκάλων, της κοινωνίας ολόκληρης που πάντα αναζητά ένα θύμα. Ο Βίντεμπεργκ εκπονεί μια κοινωνιολογική και ψυχολογική μελέτη πάνω στην προκατάληψη και τον κοινωνικό ρατσισμό, την δύναμη της πλειοψηφίας και την ρευστή της αντίληψη, το ψέμα και τη φήμη, την τιμωρία και τη συγχώρεση, την εκδίκηση, τη βία, την εχθρικότητα. Ένταση και αγωνία μέχρι τέλους.
 Να σημειώσουμε ότι η ταινία ήταν υποψήφια για το  ξενόγλωσσο όσκαρ.

πηγή: myfilms-in.blogspot.gr

αν είσαι λάτρης του κινηματογράφου το My films-in είναι μια σελίδα που αξίζει να επισκεφθεις. 

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Her, έρωτας στα χρόνια της τεχνητής νοημοσύνης.


Σε μια μελλοντική εποχή, όχι και τόσο μακρινή από τη δική μας, ο Θίοντορ Τουόμπλι είναι ένας μοναχικός συγγραφέας που βρίσκεται στην οδυνηρή διαδικασία του διαζυγίου του. Η δουλεία του είναι να γράφει εγκάρδιες επιστολές για λογαριασμό άλλων ανθρώπων που δεν είναι διατεθειμένοι να το κάνουν και όταν δεν εργάζεται παίζει βίντεο παιχνίδια στο διαμέρισμά του και περιστασιακά συναντά τους φίλους του. Κάποια στιγμή αγοράζει ένα λειτουργικό το οποίο διαφημίζεται ως το πρώτο στον κόσμο με τεχνητή νοημοσύνη, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το λειτουργικό διαθέτει επίσης συνείδηση, έχει την ικανότητα να επικοινωνεί, να συζητά και να "αισθάνεται" τον κάτοχό του. Ο Θίοντορ περνάει πολύ χρόνο μαζί με την Σαμάνθα, το όνομα του λειτουργικού, αισθάνεται χαρά με την επικοινωνία μαζί της, αλλά έχει και κάποιες αμφιβολίες για τη σχέση του. Σαν λειτουργικό με ισχυρή νοημοσύνη, η Σαμάνθα βοηθά τον Θίοντορ σε πολλά ζητήματα όπως κανείς άλλος δεν θα μπορούσε, όμως μπορεί να τον βοηθήσει με την εσωτερική του σύγκρουση, του να είναι ερωτευμένος με ένα κομπιούτερ;

Ο Σπάικ Τζόνζ μας έχει συνηθίσει σε σενάρια με μια ιδιότροπη ποιότητα, παράδοξα και πολύπλοκα, όπως "στο μυαλό του Τζων Μάλκοβιτς". Στο Her, επιχειρεί να μας δώσει μια πολύπλευρη και πολυεπίπεδη κινηματογραφική εμπειρία, στην οποία μελετά τον χαρακτήρα ενός απομονωμένου ανθρώπου που φοβάται να δείξει ότι είναι ευάλωτος και να επικοινωνήσει τα συναισθήματά του, μια επιστημονική φαντασία, που αναπτύσσει κοινωνικές, ηθικές και βαθιά ψυχολογικές πτυχές της ανθρώπινης κατάστασης και το δίνει με έναν ασυνήθιστο αλλά ειλικρινή ρομαντισμό. 
 Στην ιστορία που τοποθετείται στο κοντινό μέλλον, βλέπουμε ένα φουτουριστικό όραμα της μεγαλούπολης του Λος Άντζελες, όπου οι άνθρωποι περνούν περισσότερο χρόνο μιλώντας στους υπολογιστές τους, αγνοώντας ο ένας τον άλλον, όπως γίνεται σήμερα με τους ανθρώπους που κοιτούν τα κινητά τους ή τα τάμπλετ τους αντί να επικοινωνούν με τους γύρω τους.
 Ο πρωταγωνιστής τόσο απελπισμένος για οικειότητα, βρίσκεται σε μια περίεργη και ιδιόρρυθμη σχέση, ερωτευμένος με την τεχνητή νοημοσύνη ενός λειτουργικού συστήματος και φυσικά δεν είναι ο μόνος. Και ναι μεν επιφανειακά μπορεί να φαίνεται ότι γράφει "απλά γράμματα" ή να συνομιλεί με "έναν υπολογιστή", αλλά όλα αυτά είναι διέξοδοι των συναισθημάτων και των επιθυμιών του. Μια ερωτική ιστορία ειλικρινή και σπαραχτική, συνδεδεμένη με την αντικοινωνική τεχνολογική μανία της σημερινής εποχής. Αναφέρεται σε κάτι διαχρονικό και βαθύ όπως η αγάπη ή η απώλεια και η επιθυμία που εξελίσσεται, παράλληλα με τη δέσμευση του ανθρώπου από την τεχνολογία. Αιχμές για την αποξένωση στις ανθρώπινες σχέσεις που είναι πολύπλοκες και απαιτούν έντιμη και ειλικρινή αντιμετώπιση, για το ανεκπλήρωτο και τη μοναξιά, για την διατήρηση της κοινωνικότητας όταν οι λεωφόροι επικοινωνίας έχουν πληγεί από την ίδια την  "κανονικότητα" της ζωής μας.
 Θα μπορούσε ίσως κάποιος να πει, ότι έχουμε ένα εύκολο κλισέ όσον αφορά την τεχνολογία και το μέλλον, όμως ουσιαστικά έχουμε μια μεταμοντέρνα διαχείριση όλων των προαναφερθέντων αιχμών και θεμάτων και μας δίνει ένα προφητικό μήνυμα για την πραγματικότητα και όχι μια φανταστική αντανάκλαση.
 Να σημειώσουμε τα έξοχα βουβά χαοτικά σκηνικά της μεγαλούπολης που συνδέονται άριστα με τις ψυχολογικές διαθέσεις των ηρώων και τα βαθύτερα νοήματα της ταινίας.


πηγή: myfilms-in.blogspot.gr

αν είσαι λάτρης του κινηματογράφου το My films-in είναι μια σελίδα που αξίζει να επισκεφθείς. 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Bad words, μιας ιστορία ωρίμασης με πολύ γέλιο


Σκηνοθεσία: Τζέισον Μπέιτμαν

Ο σαραντάχρονος Γκάϊ Τρίλπι, εκμεταλλευόμενος κάποιο κενό στους κανόνες του Αμερικανικού εθνικού πρωταθλήματος ορθογραφίας, αποφασίζει να προκαλέσει προβλήματα με το να εισχωρήσει στη διοργάνωση και να εκθέσει ανεπανόρθωτα έναν από τους ποιο αθώους θεσμούς της χώρας, το Spelling Bee National Quill. Οι ανώτεροι παράγοντες του θεσμού, οι εξοργισμένοι γονείς και οι φιλόδοξοι μικροί συμμετέχοντες, δεν πτοούν καθόλου τον Γκάϊ ο οποίος αρπάζει με αδίστακτο τρόπο κάθε βραβείο σε όλα τα στάδια του διαγωνισμού προκείμενου να βγει ο πρώτος νικητής. Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης μιας δημοσιογράφου για τα αίτια της συμπεριφοράς του Γκάϊ, αυτός θα αναπτύξει μια απίθανη συμμαχία με έναν δεκάχρονο, ο οποίος θα συγκλονιστεί εντελώς από τον απίστευτο χαρακτήρα του Γκάϊ.

Η πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια του Tζέϊσον Μπέιτμαν, ο οποίος κρατά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία, είναι μια απολαυστικά αγενής κωμωδία που θα συζητηθεί. Το "Κακές λέξεις", είναι μια μελέτη ωρίμασης ενός χαρακτήρα, μια ιστορία ενός ηττημένου που παρουσιάζεται χωρίς αναστολές. Κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή κωμωδία για έναν ενήλικα ο οποίος μετέχει σε εθνικά πρωταθλήματα ορθογραφίας για παιδιά και τα ανταγωνίζεται με αθέμιτους τρόπους, αλλά και κάτι πολύ περισσότερο από ένα συγκινητικό δράμα γεμάτο αλήθειες που θα θέλαμε να μην υπήρχαν. 
 Η απροσδόκητα μαύρη κωμωδία του Tζέϊσον Μπέιτμαν ξεπερνά τα όρια του πολιτικά ορθού, γίνεται δυσάρεστη αν λάβουμε υπόψη μας την ηλικία των ηθοποιών, εκκεντρική και ειρωνική, δυναμιτίζει συνεχώς το κοινό με το κυνικό χιούμορ και την ασεβή επιθετική συμπεριφορά του πρωταγωνιστή. Όμως αποδεικνύεται όχι μόνο αρκετά διασκεδαστική και έξυπνη, αλλά  το ειρωνικό χιούμορ, η λεκτικές επιθέσεις και η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, αντισταθμίζονται στο τέλος επιδέξια από το ανθρωπιστικό, στο βάθος, σενάριο. Η χρήση κάποιων κλισέ όπως το μικρό παιδί και το προβλέψιμο, ωστόσο συγκινητικό φινάλε, αφαιρούν λίγο από την δυναμική του ρίσκου που θέλει να πάρει ο σκηνοθέτης, όμως δεν αποδυναμώνουν το απειλητικά σατιρικό σώμα της κινηματογραφίας του, που διαθέτει επίσης ένα πολύ σφικτό και πρωτότυπο σενάριο, πολύ καλή σκηνοθεσία, γρήγορο ρυθμό που δεν χάνεται ούτε δευτερόλεπτο και άριστες ερμηνείες.
 Αστείο και σαρκαστικό, ψυχαγωγικό και ξεδιάντροπο, το φιλμ θέτει το ερώτημα, τι έχει περισσότερη σημασία και τι πληγώνει περισσότερο, μια κακή λέξη ή μια κακή πράξη;
 Σίγουρα μία από τις πιο αξέχαστες κωμωδίες του έτους.

πηγή: myfilms-in.blogspot.gr

αν είσαι λάτρης του κινηματογράφου το My films-in είναι μια σελίδα που αξίζει να επισκεφθείς. 

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Adam's Apples (Adams æbler) η ιστορία ενός ναζί, ενός ιερέα και μιας μηλόπιτας


Σκηνοθεσία: Άντερς Τόμας Γιένσεν

Ένας νεοναζί που καταδικάστηκε σε καταναγκαστική κοινωνική εργασία σε μια εκκλησία, συγκρούεται με τον ενοχλητικά αισιόδοξο και τυφλά πιστό ιερέα, ο οποίος θα του αναθέσει ως στόχο να φτιάξει μια μηλόπιτα από την μηλιά της εκκλησίας. Ποιος θα καταφέρει να επηρεάσει τον άλλον;

Ένας από τους πιο παραγωγικούς σεναριογράφους στο χώρο του σινεμά και από τους καλύτερους της χώρας του, ο Δανός Άντερς Τόμας Γιένσεν, αυτή τη φορά αναλαμβάνει και τα καθήκοντα του σκηνοθέτη και μας παρουσιάζει μια ιδιαίτερη ιστορία, παράξενη, σκοτεινή και απρόβλεπτη, στην οποία συμπυκνώνει τον τύπο και τους τρόπους του ξεχωριστού σκανδιναβικού μαύρου χιούμορ, συνδυάζει αριστοτεχνικά τις θρησκευτικές αναφορές, τη διαβρωτική σάτιρα, την αλληγορία και το δράμα και μέσα από την ιδιαίτερη πλοκή της, θέτει ενδιαφέροντα ζητήματα όπως τη θέση της θρησκείας στην σκληρή πραγματικότητα του κόσμου, το πρόβλημα της σχέσης του κακού με τη θεία δικαιοσύνη, το θέμα της αλήθειας και της πλάνης, κάνει λόγο για τις απρόβλεπτες καταστάσεις της ζωής, για τις προκαταλήψεις, τη συγχώρεση και την πίστη, μέσα από μια αισιόδοξη οπτική, πολύ ενδιαφέρουσα, λυτρωτική και άκρως διασκεδαστική.
 Ο Άνταμ (Ούλριχ Τόμσεν), είναι ένας νεοναζί, ο οποίος καταδικάζεται σε καταναγκαστική κοινωνική εργασία και για να επανενταχθεί σταδιακά στη δημόσια ζωή, στέλνεται σε μια τυπική, απόμερη, δανέζικη εκκλησία. Μόνο που στην εκκλησία αυτή, ούτε ο παπάς που τη λειτουργεί, ούτε οι υπόλοιποι που βρίσκονται εκεί, επίσης για αναμόρφωση, είναι συνηθισμένες περιπτώσεις ανθρώπων. Η ετερόκλιτη ομάδα στην οποία προστίθεται ο Άνταμ αποτελείται από τον παπά Ιβάν (Μαντς Μίκελσεν), έναν λαίμαργο κλεπτομανή, τον Γκουνάρ (Νίκολας Μπρο), έναν θρησκευτικό τρομοκράτη Πακιστανό, τον Καλίντ (Άλι Καζίμ) και μια αλκοολική απελπισμένη έγκυο, την Σάρα (Πάπρικα Στιν). Δίπλα σε αυτή την ομάδα υπάρχει και ο γιατρός της ενορίας, ο Κόλπμεργκ (Όλε Θέστρουπ), ο οποίος σχολιάζει τα τεκταινόμενα με έναν ιδιαίτερα απολαυστικό όσο και κυνικό τρόπο. Υπό την καθοδήγηση του Ιβάν, ο Άνταμ θα πρέπει να θέσει έναν στόχο και να τον ολοκληρώσει μέχρι να φύγει και αυτός ορίζεται τελικά να είναι το ψήσιμο μιας μηλόπιτας, φτιαγμένης από τους καρπούς της μηλιάς που βρίσκεται στον κήπο της εκκλησίας. Όπως θα αποδειχθεί, αυτός ο στόχος δεν θα είναι καθόλου εύκολος και η υπόθεση της μηλόπιτας θα γίνει πολύ πιο σοβαρή, όταν όλη η ομάδα θα προσπαθήσει να βοηθήσει τον Άνταμ.
 Η κινηματογραφία του Γιένσεν που πατάει στην βιβλική ιστορία του Ιώβ, προσλαμβάνει στοιχεία του μαγικού, γκροτέσκου ρεαλισμού, αφού στον ιδιαίτερο κόσμο της, αναμιγνύεται το φανταστικό και το μυθικό, με την κατά βάθος διερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης και την κοινωνική κριτική. Το βιβλίο του Ιώβ, με την ατελείωτη στο χρόνο μάχη με το κακό, έχει ως γνωστό εμπνεύσει πολλούς καλλιτέχνες σε όλες τις τέχνες, με πρόσφατο τον Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ και το Λεβιάθαν του (2014).
 Είναι επίσης γνωστό, ότι ακρογωνιαίος λίθος για το δανέζικο σινεμά είναι το ιδιότυπο σκοτεινό χιούμορ, που αλιεύει το γέλιο στις πιο απίθανες καταστάσεις και σοκάρει στις πιο απίστευτες στιγμές. Εδώ ο Γιένσεν, ως γνήσιο παιδί του δανέζικου σινεμά, όχι μόνο αναδεικνύει το μαύρο χιούμορ το οποίο το εντάσσει αριστοτεχνικά στη δομή της πλοκής, αλλά εξωθεί τα όρια του αστείου και της ειρωνείας, εμπαίζοντας κάθε κοινωνικό ταμπού ή ευαισθησία. Αρκεί να αναφερθεί, πως καθώς εκτυλίσσεται η ταινία, ο νεοναζί τελικά φαίνεται ως ο πιο ισορροπημένος και λογικός άνθρωπος της ομάδας! Στη κόντρα μεταξύ Ιβάν και Άνταμ, που ο πρώτος αντιπροσωπεύει το καλό και ο δεύτερος το κακό, τίθεται το ερώτημα, αν περισσότερο επικίνδυνη είναι η αφελής άρνηση της ύπαρξης του κακού εκ μέρους του Ιβάν ή η κακή συμπεριφορά, αλλά πιο ρεαλιστική του Άνταμ ή μήπως τελικά θα πρέπει να υπάρχει μια αίσθηση του μέτρου στη θεώρηση και πρακτική της ζωής;
 Σε έναν μύθο που προωθείται από τους ακραίους χαρακτήρες του και τις, χωρίς κανένα προβλέψιμο στοιχείο, διαδράσεις μεταξύ τους, ο Γιένσεν θεωρεί το πρόβλημα της σχέσης του κακού με τη θεία δικαιοσύνη, αν δηλαδή η θεία δικαιοσύνη είναι αυτή που επεμβαίνει στα εγκόσμια ή αφήνει τα ηνία στον άρχοντα του κακού να επέμβει, ως ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα το ανθρώπου και όχι αυτά που αφορούν τη μάχη του καλού με το κακό, που όπως επισημαίνει είναι κατασκευάσματα της κοινωνίας και εξαρτώμενα από τη θέση και τη θεώρηση του καθενός μας.

Μια απολαυστική, συμβολική, πρωτότυπη και λυτρωτική ταινία, με μεγάλα ατού το καυστικό χιούμορ και τους απίθανους χαρακτήρες της.


πηγή: myfilms-in.blogspot.gr

αν είσαι λάτρης του κινηματογράφου το My films-in είναι μια σελίδα που αξίζει να επισκεφθεις. 

Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

τα Μεγάλα Μάτια του Τιμ Μπάρτον

Η απίστευτη ιστορία της ζωγράφου Μάργκαρετ Κιν, η οποία έγινε διάσημη με τους πίνακες που απεικόνιζαν γυναίκες και παιδιά με μεγάλα μάτια και είχαν μεγάλη αποδοχή από το κοινό τη δεκαετία του΄60, η αφύπνιση της έναντι του καταπιεστικού συζύγου της που είχε οικειοποιηθεί τα έργα της και οι μετέπειτα δικαστικές δυσκολίες στη διεκδίκηση της πατρότητας τους.




 Ιδιότυπος ο Τιμ Μπάρτον ως σκηνοθέτης. Οι ιστορίες που αφηγείται είναι συχνά παράξενες και σκοτεινές, ενώ οι ήρωες του έχουν ιδιόρρυθμους χαρακτήρες που η ιδιορρυθμία τους αυτή αντικατοπτρίζεται στην λανθασμένη αντιμετώπισή τους από την κοινωνία. Στο Big eyes, το στιλ του δημιουργού αλλάζει και μόνο στις υποσημειώσεις του κινηματογραφικού του κειμένου μπορεί κανείς να βρει την υπογραφή του. Με την βιογραφία της ζωγράφου Μάργκαρετ Κιν, ιδιαίτερα γνωστής για τα πορτρέτα παιδιών που ζωγράφιζε πάντα με μεγάλα μάτια, o Μπάρτον παρουσιάζει μια φέτα από την αμερικανική κοινωνική ιστορία και τέχνη, με αποδοτικό και καυστικό τρόπο, επιτρέποντας όμως στην υπερβολή μιας ελαφρότητας, ιδιαίτερα προς το τέλος της ταινίας να θολώσει το αποτέλεσμα.
 Το 1954, η Μάρκαρετ Κιν (Έιμι Άνταμς) μια ντροπαλή, ανασφαλής, μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον με πολλές αγκυλώσεις και ταλαντούχα καλλιτέχνιδα, αφήνει τον σύζυγό της και πάει στο Σαν Φρανσίσκο μαζί με την κόρη της (Ντιλέιν Ρει, Μαντλέν Άρθουρ) για ένα καινούργιο ξεκίνημα. Προσλαμβάνεται σε μια βιοτεχνία επίπλων και παράλληλα ζωγραφίζει πορτρέτα σε διάφορες εκθέσεις τέχνης για έξτρα εισόδημα. Εκεί γνωρίζει έναν άλλο καλλιτέχνη τον Γουόλτερ Κιν (Κριστόφ Βαλτζ) έναν γοητευτικό, έξυπνο καλλιτέχνη που είναι παράλληλα πωλητής αστικών ακινήτων, τον ερωτεύεται και μετά από έναν χρόνο παντρεύονται. Ο Γουόλτερ, άριστος στις δημόσιες σχέσεις και στις πωλήσεις, οικειοποιείται τα έργα της Μάργκαρετ, πείθοντάς την ότι κανείς την εποχή αυτή δεν θα αγόραζε την τέχνη μιας γυναίκας και προσποιούμενος ότι είναι ο δημιουργός τους, τα πουλά με μεγάλη επιτυχία. Το ζευγάρι αποκτά πολλά χρήματα με αυτόν τον τρόπο, αλλά η Μάργκαρετ αρχίζει και αμφισβητεί τις πρακτικές του συζύγου της και η σχέση τους δεν αργεί να φτάσει στα άκρα. 
 Αφήνοντας τον κόσμο της καθαρής φαντασίας και τη δύναμη του σουρεαλισμού του ο Μπάρτον, επιχειρεί να παραδώσει μια δραμεντί βιογραφία, κρατώντας τα πράγματα όσο το δυνατόν πιο ήπια, απλά και με χιούμορ. Εντυπωσιακή οπτικά, με καρτποσταλικά τοπία και ζωντανά χρώματα, μένει αφηγηματικά μετέωρη μεταξύ μιας αιχμηρής σάτιρας κι ενός συναρπαστικού δράματος, ενώ καλύτερη ισορροπία θα μπορούσε να επιτευχθεί και στην ανάπτυξη των χαρακτήρων. Παρά τις γενικεύσεις, τα περιορισμένα συναισθήματα και τις υπερβολές στις υποκριτικές αποδόσεις των πρωταγωνιστών του, το Big eyes αναδεικνύει την ιστορική αλήθεια πίσω από τους πίνακες των παιδιών με τα μεγάλα μάτια, παρουσιάζει ικανοποιητικά ένα κομμάτι της κοινωνικής ιστορίας της Αμερικής, στο οποίο αφυπνίζεται η γυναικεία υπόσταση έναντι της ανδρικής κυριαρχίας, η οποία όχι μόνο χειραγωγεί τα θύματά της αλλά και τα παρουσιάζει ως συμμέτοχα της επιβολής της και σκιαγραφεί το νεοεισερχόμενο  καλλιτεχνικό ρεύμα από την Βρετανία στην Αμερική κατά τη δεκαετία του 1950, της Ποπ αρτ, που πρέσβευε την παραγωγή λαϊκής, εύπεπτης, φτηνής τέχνης και μαζικά παραγόμενης. 
 Η κινηματογραφία του Μπάρτον εισχωρεί στην ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη και πίσω από τον καμβά του, εστιάζει στην πολυπλοκότητα της έμπνευσης και στη δημιουργία της τέχνης, καυτηριάζει την καλλιτεχνική διαφθορά, την απεριόριστη φιλοδοξία και την εμπορευματοποίηση του εαυτού προς χάριν της γοητείας του πλούτου και της φήμης. Μια παραγωγή που δεν απογειώνεται, ωστόσο είναι χαριτωμένη και με πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που βλέπεται ευχάριστα.

πηγή: myfilms-in.blogspot.gr

αν είσαι λάτρης του κινηματογράφου το My films-in είναι μια σελίδα που αξίζει να επισκεφθεις. 

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

the tribe, ένας αδίστακτος σιωπηλός κόσμος


Δίχως υπότιτλους, δίχως διαλόγους, η κάμερα εισχωρεί στα άδυτα ενός σχολείου κωφών και παρακολουθεί μια κοινωνία με δικούς της κώδικες. Εικόνες «ηχηρές», έντονες, δοσμένες νατουραλιστικά, αφηγούνται μια ιστορία βίας και ενηλικίωσης. 

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ουκρανού Μιροσλάβ Σλαμποσπίτσκι, ανατρέπει τα συμβατικά μοντέλα αφήγησης με την ιδιότυπη κινηματογραφική του γλώσσα, εντυπωσιάζει κριτικούς και κοινό όπου προβάλλεται και έχει ήδη κερδίσει στο φετινό φεστιβάλ των Καννών τρία βραβεία στην Εβδομάδα Κριτικής, βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πολλά άλλα βραβεία ανά τον κόσμο. 
 Ο σκηνοθέτης συνδυάζει περίτεχνα την εκφραστική φόρμα με το νοηματικό υλικό του, ανατρέπει την αμφίδρομη σχέση μεταξύ εικόνας και λέξης με την ολοκληρωτική αφαίρεση της γλωσσικής εκφοράς και ερμηνεύει την ανθρώπινη κοινότητα μέσα από την αφηγηματική οπτική γωνία που επιλέγει, ως μια κοινότητα η οποία υποτάσσεται στο κατηγορηματικό πρόσταγμα μιας εξουσιαστικής δομής αυταρχικής και σκληρής, που κατακερματίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αποστερεί την προσωπική ελευθερία και επιβάλει την ορθότητα και την αναγκαιότητα της, ως να είναι οι μοναδικές επιλογές.
  Ο έφηβος Σεργκέι πάει για να φοιτήσει σε ένα ειδικό σχολείο για κωφάλαλους. Από την αρχή καταλαβαίνει πως για να επιβιώσει, θα πρέπει να γίνει μέλος μιας άγριας οργάνωσης που υπάρχει εκεί, της “φυλής”, που κλέβει, ξυλοκοπεί, εκβιάζει, εκδίδει τα κορίτσια του σχολείου σε περαστικούς οδηγούς και γενικά επιβάλει με τη βία την εξουσία της, με την ανοχή των ιθυνόντων του σχολείου, αλλά και με τη συμμετοχή κάποιων από αυτούς. Σιγά σιγά ο Σεργκέι ανεβαίνει την ιεραρχία της οργάνωσης, αλλά όταν αγαπήσει μια από τις κοπέλες που η “φυλή” εκδίδει, έρχεται αντιμέτωπος με τους άγραφους κανόνες της ομάδας και οδηγείται αναπόφευκτα στο τραγικό σπάσιμό τους.
 Μια ξεχωριστή κινηματογραφική δημιουργία και κινηματογραφική εμπειρία, που η αφηγηματική της πράξη στηρίζεται μόνο στην οπτική γλώσσα και την ηχητική αφήγηση, αφού μοναδικοί παράγοντες για την αποκωδικοποίηση των μηνυμάτων αποτελούν οι εκφράσεις των προσώπων, οι κινήσεις των σωμάτων, οι ήχοι περιβάλλοντος και η ουκρανική νοηματική γλώσσα. Δεν υπάρχουν διάλογοι, ούτε υπότιτλοι, οι υποκριτικοί και μάλιστα ερασιτέχνες συντελεστές, είναι όλοι τους άτομα με ειδικές ανάγκες (κωφάλαλοι) κι αυτό όχι για να δείξει την ιδιαιτερότητα των ατόμων αυτών, αλλά χρησιμοποιώντας τους ως παραβολή στην περιγραφή της ανθρώπινης φυλής, ισχυροποιεί τη δύναμη της εικόνας στην προώθηση του μύθου και κάνει τα νοήματα και τα συμπεράσματα να φτάνουν στ' αυτιά μας δυνατά και ξεκάθαρα, χωρίς τους περιορισμούς του λεξιλογίου.
 Ο αργός αφηγηματικός ρυθμός στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, επιτρέπει την ειδική ανάγνωση να ανιχνεύσει το νόημα των πλάνων, που σε ένα φθαρμένο τόπο και σε ένα αλλοτριωμένο παρόν, έχουν ως παράγοντα αισθητικής όχι το ποιητικό, αλλά το βίαιο και σκληρό. Ο Σλαμποσπίτσκι μέσα από την ιστορία της σκληρής ενηλικίωσης του Σεργκέι, διαπραγματεύεται την βια στις δομές της εξουσίας και την ακύρωση των ανθρώπινων συναισθημάτων στο επιβεβλημένο δικό της “δίκαιο”.
 Δυνατό και έντονο κείμενο που αφήνει την εικόνα να αφηγηθεί και να μιλήσει. Ψυχρή ατμόσφαιρα, εγκαταλελειμμένα κτίρια, μισογκρεμισμένοι τοίχοι, διαβρωτική υγρασία παντού, φθορά, βια, πολλές φορές στην ακραία της μορφή, εικόνες σοκαριστικές που συμβολίζουν την μετασοβιετική Ουκρανία, το πικρό της παρόν και το μέλλον της που φαίνεται δυσοίωνο. Εξωτερικές λήψεις με μεγάλα πλάνα που εγκλωβίζουν και βιρτουόζικες εσωτερικές, που αποδίδουν στο έπακρο τη φρίκη των γεγονότων. Μια ταινία που μένει στο μυαλό πολύ καιρό μετά τη θέασή της.


πηγή: myfilms-in.blogspot.gr

αν είσαι λάτρης του κινηματογράφου το My films-in είναι μια σελίδα που αξίζει να επισκεφθείς.