Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαρίτων Χαριτωνίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαρίτων Χαριτωνίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

η όγδοη ταινία του Ταραντίνο





Επ’ ευκαιρία του θέματος της αγάπης και του μίσους, αλλά στην πραγματικότητα χωρίς ιδιαίτερο λόγο, καταθέτω ένα σύντομο ερμηνευτικό σημείωμα για το Hateful Eight.

Γιατί η ταινία είναι γεμάτη απ’ άκρη σ’ άκρη με βία, ανθρώπινη και φυσική; Γιατί αυτή η περίσσεια σε αίμα, ξερατά, χνώτα, αέρα, χιόνι, γούνα, ξύλο, μέταλλο;

Για να αναδειχθεί η βαρύτητα που έχει ένα μικρό κομμάτι γραμμένου χαρτιού: η επιστολή του Αβραάμ Λίνκολν, πρόεδρου του κράτους που ονομάζεται Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Όλη η ιστορία περιστρέφεται γύρω από την προσαγωγή μιας λησταρχίνας ενώπιον του Νόμου. Σ’ αυτή την απρόσιτη περιοχή όμως ο Νόμος είναι μόνο μια μακρινή ιδέα που επαφίεται στη θέληση των ανθρώπων να σκοτώσουν και να σκοτωθούν για να πραγματωθεί. Κι είναι αυτό το κομμάτι χαρτί που άλλος το φτύνει, κι άλλος το πιάνει με ματωμένα δάχτυλα για να το διαβάσει ευλαβικά, που φέρει αυτή την ιδέα και κάνει αυτό το εχθρικό τοπίο, μέρος ενός Κράτους, κι αυτούς τους άξεστους ανθρώπους, μέλη ενός Έθνους, δηλαδή μιας πολιτείας που επικρατεί η έννομη τάξη.

Και για να τονιστεί περισσότερο το άυλο, ο Ταραντίνο κάνει το γράμμα πλαστό. Δεν υπάρχει καν «επιστολή Λίνκολν». Υπάρχει η ιδέα της «επιστολής Λίνκολν». Όλα τα κρατάει ενωμένα μια ιδέα και η θέληση ή όχι των ανθρώπων ν’ ανήκουν σ’ αυτήν.

Η περίσσεια «υλικότητας», «σωματικότητας», βίας λοιπόν είναι για να αναδειχθεί το άυλο του Έθνους, του Κράτους, του Νόμου. Οι Μισητοί Οκτώ είναι τα βίαια έγκατα του κόσμου αυτών των ιδεών.

Η ιδιοφυία του Ταραντίνο is alive and kicking (asses).


Χαρίτων Χαριτωνίδης

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Απέχθεια για το Star Wars


Ποτέ κανένα ενδιαφέρον, αντιθέτως απέχθεια, για το Star Wars και την φτηνή πραμάτεια του: τα φωτόσπαθα, τον Τσουμπάκα, τον Γιόντα, τη Δύναμη, το «παραδοσιακό» punch it του Χαν Σόλο (γελοίο comic relief), τον εξοργιστικό ήχο που κάνουν τα πολεμικά σκάφη στο κενό διάστημα (!!!). Και αυτό όχι τώρα. Πάντα. Όταν οι άλλοι πιτσιρικάδες έστηναν πηγαδάκια και παρίσταναν σκηνές. Ποτέ δεν είπα «may the Force be with us». Και για όλα αυτά ως συνήθως, I’ll give you my reasons (όπως λέει ο Δον Κορλεόνε στον Σολότσο, εξηγώντας του γιατί δεν μπαίνει στο εμπόριο ναρκωτικών). Γιατί το Star Wars είναι ψευδομύθος. Ψευδο-μύθος. Ο όρος και μόνο θα έπρεπε να είναι επαρκής εξήγηση, αλλά θα τον αναλύσω συνοπτικά.
Οι μύθοι έχουν δραματική αξία όταν είναι Αληθινοί, όταν αποτελούν τη βασική μέθοδο εξήγησης του κόσμου. Οι Κοσμογονικοί Μύθοι των αρχαίων λαών δεν ήταν παραμυθάκια, ήταν η Κοσμολογία της εποχής. Δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον σε ένα κόσμο που αποτελούν «ψέματα». Το Star Wars είναι απομίμηση αρχαίων μύθων. Ο Κένταυρος Χείρων/Μέρλιν έγινε Γιόντα, το Πήλιο «πλανήτης», ο Αχιλλέας/Αρθούρος Λουκ Σκάιγουώκερ και πάει λέγοντας. Όμως τα μεν πρωτότυπα αποτελούσαν πρωτοπορία στον κόσμο τους, οι δε απομιμήσεις αναχρονισμούς.
Πιο συγκεκριμένα το Star Wars ανήκει στην ευτελέστερη μορφή Επιστημονικής Φαντασίας: τη Space Opera. Δηλαδή τη μεταφορά του περιπετειώδους αφηγήματος στο διάστημα. Και μάλιστα όχι της δομής του αλλά των εξωτερικών γνωρισμάτων του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νοσηρής βλακείας, τα φωτόσπαθα. Για να αναπαραγάγουμε την ιπποτική ξιφομαχία σε τεχνολογικό περιβάλλον, αντικαθιστούμε τη μεταλλική λεπίδα με λαίηζερ! Δηλαδή χρησιμοποιούμε μια αφάνταστη τεχνολογία για να καταστήσουμε ένα όπλο λιγότερο αποτελεσματικό απ’ ό,τι θα μπορούσε να είναι! Ομιλώ για τον περιορισμό της ακτίνας λαίηζερ σε ένα συγκεκριμένο μήκος. Σαν να έγραφε κάποιος γουέστερν σε μεσαιωνικό κλίμα, και τα Κολτ να είχαν σφαίρες με κορδονάκια και να χρησιμοποιούνταν σαν κεφαλοθραύστες. Τόσο γελοίο είναι!
Δεν επεκτείνομαι. Οι νοούντες νοείτωσαν. Απλώς προσθέτω ότι σ’ αυτή τη γελοιότητα εντάσσεται η άλλη μου απέχθεια. Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών. Βλέπω τον Τόλκιν αποσυρμένο στο γραφείο ενώ ολόγυρα σκάνε τα V2 των Ναζί –γιατί το μεγαλύτερο μέρος το έγραψε κατά τη διάρκεια του Β ΠΠ- να φαντάζεται και να γράφει με τη λάμψη στα μάτια, ταγμένο στον υψηλό σκοπό του, της δημιουργίας ενός μεγάλου, υπερχρονικού έργου που θα αποτυπωθεί στο συλλογικό ασυνείδητο όπως το Έπος του Γκιλγκαμές ή η Κιβωτός του Νώε, και μειδιώ.
Και βέβαια ό,τι ισχύει για τον Άρχοντα, ισχύει για όλο το Sword and Sorcery (Κόναν και λοιπά). Δεν βλέπω κανένα λόγο να διαβάζω αρχαίους μύθους με αλλαγμένα τα κύρια ονόματα και παραλλαγές παραδοσιακών τεράτων. Γιατί περί αυτού πρόκειται.
Διαβάζω κατευθείαν τα πρωτότυπα που φτιάχτηκαν από ανθρώπους που τα πίστευαν. Αυτό έχει κάποια αξία ντοκουμέντου για την ψυχή τους.

Χαρίτων Χαριτωνίδης

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Take the money and run, ελληνικός τίτλος: Ζητείται Εγκέφαλος για Ληστεία


 Απ’ όλες τις ταινίες του Γούντυ Άλλεν, μακράν καλύτερη έχω την πρώτη, το Take the Money and Run, το σκηνοθετικό του πρωτόλειο. Γενικά αγαπώ τον Γούντυ Άλλεν της πρώτης περιόδου. Προ του Annie Hall. Τον Γούντυ Άλλεν του Μπρούκλυν, όχι του Μανχάτταν. Το άγνωστο φτωχόπαιδο που έψαχνε να βρει τη θέση του στον κόσμο, όχι τον διάσημο auteur με τα εκ του ασφαλούς προβλήματα και τη μωροφιλοδοξία να μπει στο πάνθεο των κλασικών δημιουργών. Το τεράστιο ταλέντο του γεννούσε αδιάκοπα όμορφες «στιγμές», και η τεχνική του γινόταν όλο και πιο σίγουρη, αλλά ταυτόχρονα οι ταινίες του έγιναν άψυχες. Γιατί μελετώντας τα μεγάλα έργα ώστε να μάθει να φτιάχνει κι αυτός τέτοια, έγινε στερεοτυπικός. Κάθε φορά ξέρει εκ των προτέρων που οδηγεί η ιστορία που επινοεί. Κι αυτό αφήνει το χνάρι του στο έργο. Επιπλέον έγινε ψευτάκος και κλεφτάκος. Επισήμως μιλάει και ξαναμιλάει για το πόσο θαυμάζει τον Μπέργκμαν και πόσα του οφείλει, στην πράξη όμως λεηλατεί τον νεορεαλισμό και κυρίως τον ΦΕΛΛΙΝΙ. Τον έχει κατακλέψει ο Καίνιγκσμπεργκ τον Φεντερίκο, και κάνει το κορόιδο –άλλη φορά περισσότερα…


Το Take the Money and Run όμως σφύζει από ζωή. Είναι μια από τις πιο καταιγιστικές κωμωδίες που έχουν φτιαχτεί ποτέ. Κάθε δευτερόλεπτο συμβαίνει κάτι απίστευτα αστείο. Λες και ο Γούντυ Άλλεν έριξε μέσα στην ταινία όλα τα γκαγκ που σκαρφιζόταν επί 30 χρόνια. Η δύναμη των γκαγκ είναι η παιδικότητά τους, η ευφυία της παιδικής παρατήρησης, το παιδικό «τι θα γινόταν αν…». Τι θα γινόταν αν… ένας τσελίστας ήταν μέλος μιας μπάντας που παρελαύνει; Και ένας ανελέητος αυτοσαρκασμός που όμοιός του δεν είχε εμφανιστεί μέχρι τότε.

Είναι μια παρωδία βιογραφικού ντοκυμανταίρ –mokumentary τα λένε τώρα. Και μια από τις κύριες πηγές γέλιου είναι η αντίθεση της σοβαρής αφήγησης από τη «βαρύνουσα» φωνή του Jackson Beck, –τότε μια από τις πιο διάσημες «φωνές» της Αμερικής,- με όσα συμβαίνουν στην οθόνη. Μέσα από αυτή τη φόρμα ο Γούντυ Άλλεν βρίσκει την ευκαιρία να περιδιαβάσει όλα τα είδη κωμωδίας.

ΚΑΙ τον Γούντυ Άλλεν μου τον γνώρισε ο μπαμπάς μου. Ήρθε μια μέρα και μου λέει «Είναι ένας, Γούντυ Άλλεν τον λένε, που είναι πιο αστείος από τον Πήτερ Σέλλερς». «Πιο αστείος από τον Πήτερ Σέλλερς;;!!!» αναφώνησα –γιατί στην ως τότε ζωή μου το «Πήτερ Σέλλερς» ήταν ένας τρόπος να πεις «δεν υπάρχει τίποτα πιο αστείο στον κόσμο». «Πιο αστείος από τον Πήτερ Σέλλερς» με διαβεβαίωσε ο μπαμπάς. Με πήγε σε ένα θερινό –τη Ριβιέρα νομίζω- και είδαμε –αυτός ξαναείδε- το Ζητείται Εγκέφαλος για Ληστεία. Ύστερα σιγά-σιγά τα είδα όλα…

 Χαρίτων Χαριτωνίδης

MY100 (23)

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

ο δημιουργός του Θίασου


Είναι 2:25πμ, νύχτα Παρασκευής προς Σάββατο, κι ο Θίασος μόλις τελείωσε στη τηλεόραση.  Τον έχω δει πολλές φορές το Θίασο, τον είδα μια ακόμα με την ίδια ανάταση. Αλλά πλέον και με τη θλίψη ότι παρακολουθώ ένα έργο μιας υψηλής τέχνης που έχει χαθεί: δεν υπάρχουν πια θεατές για αυτή την ταινία. Όμως δεν φταίει η ταινία σ' αυτό. Γιατί στην πραγματικότητα δεν έχει χαθεί μια τέχνη, έχει χαθεί ένας κόσμος. Κι αυτού του χαμένου κόσμου ο Θίασος ήταν και παραμένει η καλύτερη ίσως ταινία του.

Πολλοί λένε ή μπορεί να πουν "ο Νονός είναι καλύτερος από το Θίασο" -για να πάρουμε μια σπουδαία ταινία της ίδιας εποχής με φαινομενική συνάφεια λόγω θέματος, καθότι κι εκείνη είναι μια κοινωνική τοιχογραφία. Αυτοί που λένε κάτι τέτοιο, δεν κατανοούν ότι λένε κάτι άνευ νοήματος. Ότι συγκρίνουν μήλα με πορτοκάλια. Ο Νονός είναι μια λαμπρή εφαρμογή του σινεμά των 'ατόμων'. Και είναι τέτοια ανεξάρτητα από το θέμα της. Είναι ταινία 'ατόμων' όπως είναι ο Πρωτάρης, το Και οι Δώδεκα Ήταν Καθάρματα, το Ένας Αμερικανός στο Παρίσι. Οι δημιουργοί μιας τέτοιας ταινίας -οποιασδήποτε- προσπαθούν κατ' αρχήν το ίδιο πράγμα: να δώσουν στο θεατή την εντύπωση ότι οι ήρωες που παρακολουθεί, είναι άτομα μοναδικά, ανεπανάληπτα και ατελή όπως ο ίδιος, και μέσω αυτής της ταυτοποίησης να τον κάνουν να ενδιαφερθεί για αυτούς. Για να το πετύχουν αυτό, οι δημιουργοί θα δώσουν στους ήρωές τους ονοματεπώνυμα, παρατσούκλια, παρελθόν -μια σκληρή παιδική ηλικία,- ιδιαίτερη accent, προτιμήσεις, ιδιοτροπίες, τικ, και πάει λέγοντας. Θα τους δώσουν σκοπούς, όνειρα και εσωτερικές αντιφάσεις. Και εντέλει θα τους εμπλέξουν σε μια περιπέτεια μέσα στην οποία θα δεχτούν χτυπήματα, θα δώσουν μάχες και στο τέλος -νικήσουν ή νικηθούν- θα οδηγηθούν σε ένα είδος προσωπικής ολοκλήρωσης. Ο Θίασος είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό το σινεμά. Είναι σινεμά όχι ατόμων αλλά προτύπων. Για αυτό και είναι άνευ νοήματος η σύγκριση του ενός με το άλλο.

Τί είναι όμως το σινεμά προτύπων και πόσο καλός είναι ο Θίασος σ' αυτό; Εύλογα ο Θίασος συγκρίνεται με το Μάνα Κουράγιο. Υπάρχουν κάποιες προφανείς ομοιότητες. Και στα δύο έχουμε περιπλανώμενους ήρωες μέσα σε ένα πόλεμο: τον Τριακονταετή Πόλεμο στο Μάνα Κουράγιο, το Β Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ελληνικό Εμφύλιο στο Θίασο. Και στα δύο οι κοινωνικές συνθήκες καθορίζουν τις τύχες των ηρώων περισσότερο απ' ό,τι οι εμπνεύσεις τους ή οι 'μαγκιές' τους, περισσότερο απ' ό,τι ευτυχείς ή ατυχείς συμπτώσεις. Και στα δύο λοιπόν η περιπέτεια, το 'τί θα γίνει μετά', έχει αντικατασταθεί από ένα αίσθημα προκαθορισμού, και οι ήρωες είναι πλέον λιγότερο άτομα και περισσότερο κοινωνικά πρότυπα. Αυτές είναι οι ομοιότητες. Υπάρχουν όμως και διαφορές, κι αυτές είναι πιο ενδιαφέρουσες. Η Μάνα Κουράγιο είναι μια δραματική ηρωίδα: τρέφεται από τον πόλεμο αλλά ο ίδιος ο πόλεμος που την τρέφει, την οδηγεί στην καταστροφή. Όταν ο γυιός της σκοτώνεται, κι αυτή για να σωθεί, πρέπει να κρύψει τον πόνο της σε μια μάσκα χαμόγελου -μια σκηνή στην οποία δοκιμάζονται όλες οι ερμηνεύτριες του ρόλου,- η Μάνα Κουράγιο βιώνει οδυνηρά την αντίφαση μέσα στην οποία κινείται. Στο Θίασο δεν υπάρχει παρόμοια σκηνή. Γιατί στο Θίασο δεν υπάρχουν εσωτερικές αντιφάσεις, δεν υπάρχουν επιλογές, δεν υπάρχουν δραματικά πρόσωπα. Πουθενά δεν δίνεται η παραμικρή ένδειξη γιατί ο Αίγισθος (Β. Καζάν) έγινε Μεταξικός, προδότης, 'κακός', γιατί η Χρυσόθεμις (Μ. Βασιλείου) έγινε 'ελαφριά', πόρνη, γιατί ο Ορέστης κι ο Πυλάδης έγιναν κομμουνιστές. Πουθενά δεν υπάρχει αμφιταλάντευση, συνειδητοποίηση, ενοχή, μετάνοια. (Με μοναδική ίσως εξαίρεση τη σκηνή που ο Πυλάδης αφηγείται το πώς 'έσπασε' και 'υπέγραψε' στο Μακρονήσι, μια πολύ λεπτή υπόθεση στην ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, που ο Αγγελόπουλος την αντιμετωπίζει με παραπανήσια φροντίδα.) Σε αντίθεση με τον Μπρεχτ που τα περισσότερα έργα του, -και το Μάνα Κουράγιο- είναι διασκευές λαϊκών ιστοριών ή έντεχνων έργων του Μεσαίωνα και νεωτέρων, δηλαδή μιας δραματουργίας ήδη 'διαβρωμένης' από το ψυχολογικό πορτραίτο, ο Θίασος ανατρέχει σε ένα απώτατο δραματουργικό παρελθόν που δεν το έχει ανακαλύψει ακόμα: τον κόσμο των μύθων, εκεί που οι άνθρωποι είναι έρμαια θεϊκών δυνάμεων, ανεύθυνοι για τις πράξεις τους. Κι ενώ υπάρχει η πεποίθηση ότι ο Θίασος αντλεί από την αρχαία τραγωδία, νομίζω ότι αυτό δεν είναι ακριβές. Αντλεί από τις πηγές της αρχαίας τραγωδίας, το μύθο των Ατρειδών εν προκειμένω, όχι τα ίδια τα έργα του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Με άλλα λόγια ο Αγγελόπουλος παίρνει το story και παρακάμπτει τη διεξοδικότητα με την οποία ήδη οι αρχαίοι τραγωδοί αντιμετώπιζαν τους ήρωές τους. Συνοψίζοντας: η Μάνα Κουράγιο παρά τις προθέσεις ίσως του Μπρέχτ παραμένει μια ηρωίδα κλασικού τύπου, ένα άτομο. Αυτό ο Αγγελόπουλος στο Θίασο το έχει ξεπεράσει.

Πώς όμως καταφέρνει ο Αγγελόπουλος να κάνει αποδεκτή αυτή την αφαίρεση στους γερασμένους καιρούς μας; Το καταφέρνει γιατί με κάποιο τρόπο οι ήρωες του Θιάσου είναι ταυτόχρονα και πρότυπα και άτομα, χωρίς ποτέ η ζυγαριά να γέρνει προς τη μια ή την άλλη πλευρά. Αυτό νομίζω ότι είναι το κλειδί της γοητείας του Θιάσου. Ποτέ δεν αισθάνεσαι ότι αυτός ο άντρας που βαδίζει στην προκυμαία μπροστά στο καΐκι, είναι μια κούφια μαριονέτα -ένα πρότυπο,- αλλά και ποτέ δεν αισθάνεσαι ότι είναι ένα αυτεξούσιο πρόσωπο -ένα άτομο- που τα βήματά του μπορεί να το βγάλουν έξω από τις 'ράγες' που έχει ορίσει ο μύθος. Το πώς το πετυχαίνει αυτό ο Αγγελόπουλος δεν είναι εύκολο να αναλυθεί, γιατί αν ήταν, θα ήταν εύκολο και να επαναληφθεί, πράγμα που οι αποτυχημένες προσπάθειες τόσων και τόσων μιμητών του απέδειξαν ότι δεν ισχύει. Πρόκειται για ένα είδος βιρτουοζιτέ. Ίσως ένας τρόπος να την κατανοήσουμε είναι να τη συγκρίνουμε με τους χειρισμούς του στη σκηνογραφία. Εκεί που μια τενεκεδένια ταμπέλα της FIX στον τοίχο του καφενείου είναι το μόνο πραγματολογικό στοιχείο του χώρου, αρκετό για να μετατρέψει το καφενείο από καφενείο του παραμυθιού σε καφενείο του 1939. Κάποιες λεπτές πινελιές 'ατομικότητας' λοιπόν, κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Όπως και να 'χει, το αποτέλεσμα είναι ότι ο Αγγελόπουλος με ένα λίγο-πολύ ανεξιχνίαστο τρόπο καταφέρνει να μιλήσει με τη φόρμα του μύθου για μια εποχή τόσο φορτωμένη με ιστορική έρευνα και ανάλυση, τόσο γεμάτη με ονόματα, τοπωνύμια, ημερομηνίες, αλλά κυρίως με νωπές -τότε το '75- προσωπικές αναμνήσεις από τους θεατές του! Είναι πράγματι θαυμαστό.

Γιατί όμως θα έπρεπε να έχει αυτή τη μορφή ο Θίασος; Γιατί η Ιστορία της Ελλάδας από το 1939 έως το 1952 να αντιμετωπισθεί σαν μύθος; Πολλοί ψέγουν το Θίασο ότι εξιδανικεύει το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα. Στον ψόγο βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα. Γιατί είναι μεν εν μέρει αληθές ότι ο Θίασος εξιδανικεύει τους Έλληνες κομμουνιστές, αλλά όλως περιέργως δεν είναι τελείως αληθές! Άνθρωποι σαν τον Ορέστη και τον Πυλάδη υπήρξαν! Πώς λέμε 'λαμόγια'; Ε, το ακριβώς αντίθετο! Είναι απίστευτο αλλά υπήρξαν! Έχω γνωρίσει κάμποσους από αυτούς -πεθαμένοι όλοι τους πλέον. Φυσικά δεν ήταν όλοι έτσι. Η ελληνική κομμουνιστική επανάσταση έχει πολλές πτυχές γεμάτες εμπάθεια, προσωπικά ελατήρια, μηχανορραφίες, συντροφικά μαχαιρώματα, ακριβώς όπως κάθε τί άλλο στην πολιτική. Ο Θίασος δεν τα εξετάζει αυτά. Και δεν το κάνει, όχι για να τα αποσιωπήσει, αλλά γιατί είναι εκτός θέματος. Ο Θίασος έχει τη φόρμα του μύθου γιατί για ένα μύθο μιλάει: το μύθο της Κομμουνιστικής Επανάστασης που θα έδινε τέλος στην παιδική, βαρβαρική ηλικία της ανθρωπότητας και θα την οδηγούσε σε ένα νέο Χρυσό Αιώνα. Στους αρχαίους μύθους οι άνθρωποι είναι έρμαια θεϊκών δυνάμεων. Τώρα -τότε- οι θεϊκές δυνάμεις ήταν ο μαρξισμός/λενινισμός, ο επαναστατικός κομμουνισμός. Σ' αυτόν, άνθρωποι σαν τον Ορέστη και τον Πυλάδη είχαν εμπιστευτεί τις ψυχές τους και τις τύχες τους. Κι αν τώρα αυτά προκαλούν θυμηδία, πρέπει να θυμίσω ότι τότε προκαλούσαν θυμηδία τα αντίθετα. Οι καιροί αλλάζουν και θα αλλάξουν ξανά, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Τότε η Επανάσταση φαινόταν ως το πιθανότερο 'μέλλον' της ανθρωπότητας, και εν πάσει περιπτώσει ένα θέμα απέναντι στο οποίο κάποιος όφειλε οπωσδήποτε να τοποθετηθεί, -όπως είναι τώρα ας πούμε η Διαφορετικότητα,- κι ένα άλλο αριστούργημα της εποχής, το Αλονζανφάν των Ταβιάνι μιλάει ακριβώς για το άπιαστο φάντασμά της.

Και η κινηματογραφική φόρμα, τα μονοπλάνα, τι ρόλο παίζουν; Τι κακό έχει το cut και το εξοβελίζει ο Αγγελόπουλος; Γιατί είναι 'επαναστατικό' το μονοπλάνο και 'αντιδραστικό' το cut; Το ερώτημα χάνει την αστειότητά του, αν θυμηθούμε ότι και το cut και το μονοπλάνο δεν είναι δημιουργήματα του Θεού ή της Φύσης, είναι αφηγηματικές συμβάσεις. Μάλιστα σε κάποιον που πρωτομαθαίνει τον κινηματογράφο, το cut φαίνεται περίεργο, όχι το μονοπλάνο. Για το σινεμά της περιπέτειας, το σινεμά του τι-θα-γίνει-μετά, 'θα γλυτώσει ο ήρωας ή δεν θα γλυτώσει', η αφήγηση μέσω της συρραφής πλάνων είναι ιδεώδης. Στο Θίασο όμως ο Πυλάδης δεν τρέχει για να γλυτώσει από τους χαφιέδες του Μανιαδάκη, τρέχει για να πιαστεί. Σ' ένα θεατή διαπαιδαγωγημένο με το σινεμά του cut, το μονοπλάνο έρχεται να του ενισχύσει την αίσθηση του προκαθορισμού, τη βεβαιότητα για το αναπόδραστο της κατάληξης.

Χαρίτων Χαριτωνίδης

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

θυμάται κανείς την Πέγκυ Σου?


Σήμερα είναι η επέτειος των 30 χρόνων από τη δημιουργία μιας παιδαριώδους σαχλαμαρίτσας που, όπως συμβαίνει συνήθως με τις σαχλαμαρίτσες, έφτιαξε cult από τρελαμένους παλίμπαιδες που την ξέρουν απ’ έξω κι ανακατωτά, την προσκυνούν και την ευαγγελίζονται. Σήμερα δε μας τα έχουν πρήξει. Μιλάω για το Back to the Future.
Την ίδια εποχή, στη σκιά αυτής της σαχλαμαρίτσας, φτιάχτηκε μια άλλη ταινία με ένα ταξίδι στο χρόνο, που λίγοι σήμερα μνημονεύουν. Είναι το Peggy Sue Got Married, η καλύτερη ταινία του Κόππολα μετά από τους δύο Νονούς –οι Νονοί είναι δύο, ο τρίτος είναι τα απόνερα του saga. Καλύτερη από την Αποκάλυψη –που είναι ενδιαφέρουσα και κίβδηλη,- καλύτερη από τη Συνομιλία –που ήταν ήδη τότε ξεπερασμένη, αφού, όπως το Blow Out του Ντε Πάλμα και άλλες, είναι ουρά του Blow Up του Αντονιόνι,- καλύτερη κι απ’ το αγαπημένο Rumble Fish, τον Αταίριαστο, που σύντομα θα εμφανιστεί στο countdown.
Είναι η ιστορία της Πέγκυ Σου, μιας 40αρας συζύγου και μητέρας –Κάθλιν Τέρνερ,- που ταξιδεύει στο παρελθόν της και έχει την ευκαιρία να πιάσει τη ζωή της απ’ την αρχή και να την «διορθώσει»: να μην παντρευτεί τον αποτυχημένο σύζυγό της, να μη θαφτεί σε μια κουζίνα. Αποτυγχάνει σ αυτό, αλλά πετυχαίνει να επιστρέψει στο παρόν συμφιλιωμένη με τη μια και μοναδική ζωή της.
Η συμφιλίωση με τη μοίρα συχνά μέσα από ένα ταξίδι στο χρόνο, είναι μια κοινότοπη λύση σε ένα κοινότοπο θέμα, εδώ όμως έχουμε την τέλεια εκτέλεση. Το πιστεύεις, το βλέπεις να γίνεται. Δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο. Ο λόγος δημιουργίας ενός έργου τέχνης είναι η επαναφόρτιση ενός θέματος. Επιπλέον η εποχή της εφηβείας της ηρωίδας συμπίπτει με την εποχή της αμερικανικής αθωότητας, εκεί στις αρχές του ’60, πριν από το σχίσμα του Βιετνάμ και το Yankees go home, και ο Κόπολα, δημιουργώντας ανάγλυφα στερεότυπα –οι παππούδες, οι καθηγητές, τα πάρτυ- γενικεύει το θέμα της «συμφιλίωσης», καλώντας του συμπατριώτες του να συμφιλιωθούν με το παρελθόν τους, με ιδανικά πλέον καταγέλαστα για αυτούς.
Είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες, ίσως μέσα στις 10. Αναφέρθηκα σ’ αυτήν σήμερα ως απάντηση, στην Backtothefuture-ιαδα. Θα επιστρέψω όταν έρθει η σειρά της και τότε θα πω δυο λόγια ακόμα και θα βάλω κάποια σκηνή. Ίσως το μαγικό νυχτερινό “to Peggy Sue and a Starry Night” -«στην Peggy Sue, τότε στην ξαστεριά»- ή την όχι τόσο εντυπωσιακή για όποιον δεν έχει δει την ταινία, αλλά δυνατότερη σκηνή της ταινίας, το He Don't Love You Like I Love You. 

Χαρίτων Χαριτωνίδης