Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όλγα Αικατερίνη Φουντέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όλγα Αικατερίνη Φουντέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Καλό καλοκαίρι και βίον ανθόσπαρτον


Και ναι, είναι επισήμως καλοκαίρι, δεν το καταλαβαίνεις από την ζέστη, ούτε από την υγρασία που συνοδεύονται από πανικό στην σκέψη του να βγεις από το σπίτι χωρίς ομπρέλα με λειτουργία κλιματιστικού. Είναι που δεν μπορείς να ανοίξεις το timeline και να μην πετύχεις νυφικό. Κρίση, ξε-κρίση, μνημόνια, ξε-μνημόνια, πρώτη, δεύτερη, εκατοστή φορά αριστερά, τα κορίτσια θέλουν να βάλουν μακρύ άσπρο φουστάνι, να παραλάβουν μια ανθοδέσμη στα σκαλιά της εκκλησίας, να τους ρίξουν ρύζι και μετά να σύρουν τον χορό σε μια δεξίωση αμφιβόλου αισθητικής και μεγάλου κόστους. Α, ναι, κάπου εκεί είναι και ο γαμπρός. Ομολογώ ότι κοιτάω τις φωτογραφίες με ένα μείγμα συμπάθειας και δυσπιστίας. Εδώ στο ΦΒ γνωριζόμαστε λίγο παραπάνω από όσο θα έπρεπε. Έτσι χαρακτηριστικά έχουμε κι εκείνους τους γαμπρούς που παρόλο που είναι έτοιμοι να ανέβουν τα σκαλιά της εκκλησίας και να καμαρώσουν για την επιλογή τους, αυτό δεν τους κόβει την διάθεση για "φλερτ" με εσένα, τις φίλες σου και οποιαδήποτε κοπέλα είναι μεταξύ 18 - 60 κι έχει ανοιχτό προφίλ. Αυτοί είναι κατηγορία από μόνοι τους, δεν σηκώνει αναλύσεις. Τα υπόλοιπα ζευγάρια κοιτάω κι αναρωτιέμαι: πόσοι είναι ερωτευμένοι; πόσοι νομίζουν ότι είναι ερωτευμένοι και πόση παράταση θα δώσει η τελετή, αν δεν αποτελέσει "κόφτη" , στην φαντασίωση; Πόσοι παντρεύονται ενώ ξέρουν μέσα τους ότι θα χωρίσουν; Πόσοι είναι ερωτευμένοι με κάποιον άλλον/άλλην που απλώς δεν ευδοκίμησε. Πόσοι γαμπροί έχουν θολώσει στο bachelor και το έχουν παρατήσει για να πάνε κάτω από το σπίτι μιας κοπέλας που δεν είναι από αυτές που τις παντρεύεσαι κι έχουν δώσει ρεσιτάλ δράματος. Πόσες νύφες καταπίνουν λεξοτανίλ όταν τις βάφουν και τους κάνουν μπούκλα το μαλλί, ώστε να σταματήσουν να εύχονται να ζήσουν το γνωστό διαφημιστικό με την φωνή της Λιας Βίσση. Follow your heart. Πόσοι την ακολουθούμε και που μας πάει; Πριν καιρό βρισκόμουν στο σπίτι παλιού μου μεγάλου έρωτα και - δεν έχει σημασία πως - φτάσαμε να βλέπουμε το βίντεο του δεύτερου - άτυχου - γάμου του. Είναι από τους άνδρες που ήμουν τόσο τρελή και παλαβή για αυτόν που αν μου είχε ζητήσει να τον παντρευτώ σε εκείνη την εντελώς ανυποψίαστη ηλικία των 20 θα είχα πει ναι. Αλλά δεν έγινε έτσι γιατί τον πέτυχα σε άλλη φάση και το μόνο που μου απέμεινε ήταν μια υπόσχεση σχέσης, μια ψευδαίσθηση οικειότητας, ένα απωθημένο χρόνων και μια πληγή που δεν ξέρω αν έκλεισε ποτέ ή έχω μάθει να ζω μαζί της. Μετά από τόσα χρόνια κι άλλους άτυχους έρωτες είμαι καλά με το συγκεκριμένο παρελθόν, έτσι άρχισα να βλέπω το βίντεο σχεδόν με ευχαρίστηση. Όπως όμως οι εικόνες προχωρούσαν και παρατηρούσα την νύφη, πεντάμορφη και πενταφτυχισμένη, να κάνει όλα αυτά που οφείλει μια νιόπαντρη στην δεξίωση, με λίγο τρακ, λίγη έπαρση και τόση ευδαιμονία, έπιασα τον εαυτό μου να δακρύζει. Ήξερα πως κατέληξε ο γάμος αυτός σε κάποιους μήνες, κανένα πέπλο δεν προστάτευε ούτε εμένα ούτε εκείνη. Κι έτσι πήγα στο μπάνιο κι έβαλα τα κλάματα, έβαλα τα κλάματα για αυτήν που έκανε το όνειρό της πραγματικότητα και για εμένα που τα όνειρα μου - αν και δεν ήταν τόσο "νυφικής" ποιότητας - ποδοπατήθηκαν. Οι Barbie θα έπρεπε να έχουν και οδηγό επιβίωσης από ρομαντικά στερεότυπα. Καλό καλοκαίρι και βίον ανθόσπαρτον.

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα


Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

Brexit και λεξοτανίλ

Laura Callaghan

- Όλγα! Όλγα! Έλα εδώ!
- Τι θες πάλι; 
- Έλα να κρατήσεις το χέρι της μανούλας που έχει ταχυκαρδία!
- Για αυτό με φώναξες; Δεν μπορούσες να υιοθετήσεις άλλο παιδί για αυτό;
- Μην ειρωνεύεσαι την μανούλα!
- Και γιατί έχεις ταχυκαρδία, παρακαλώ;
- Λόγω Brexit!
- Α, και πώς σε αφορά εσένα ακριβώς το Brexit;
- Πώς δεν με αφορά! Είμαι Ευρωπαίος πολίτης και δεν αντέχω που όλα αλλάζουν!
- Τι άλλαξε δηλαδή για εσένα; Εκτός από την σύνταξη σου τα τελευταία χρόνια;
- Αυτό δεν αρκεί; Έχω όλο μικρότερη σύνταξη κι όλο χειρότερο παιδί!
- Οι διακυμάνσεις είναι το αλατοπίπερο της ζωής. Τι θα προτιμούσες δηλαδή;
- Τι θα προτιμούσα; Να είχαμε πρωθυπουργό τον Σημίτη! Μόνο αυτός θα μπορούσε να βάλει τάξη σε αυτό το χάος.
- Δεν αντιλέγω. Τεράστιος πολιτικός. Μπαίνει σε ένα δωμάτιο, οι τιμές τριπλασιάζονται κι ο μέσος όρος ύψους πέφτει δεν ξέρω πόσες ποσοστιαίες μονάδες.
- Μιλάς εσύ! Πού σου άρεσαν μια ζωή τα μπασμένα και τα καχεκτικά!
- Ε, ναι, αλλά ερωτευόμουν όλο ψηλούς.
- Για να κοντύνουν από τις κακουχίες που περνούν μαζί σου!
- Ποιες κακουχίες;
- Το φριχτό σου στόμα και το πως δεν μπορείς να δώσεις ποτέ κουράγιο σε έναν άνθρωπο! Όπως δεν δίνεις στην μανούλα!
- Χρειάζεσαι κι άλλο κουράγιο; Πόσο σκοπεύεις να ζήσεις ακόμα; Θες να κληρονομήσεις κι εμένα; Όλους τους άλλους τους έφαγες!
- Εγώ; Που έχω τόσο εύθραυστη υγεία!
- Ναι, εσύ, η καλύτερη μαθήτρια των τελευταίων εκατό ετών όπως αποκαλείς τον εαυτό σου!
- Όχι μόνο εγώ, όλοι έτσι με αποκαλούσαν. Ήμουν η εξυπνότερα και η ωραιότερα!
- Certainly the most dramatic.
- Σε άλλη γλώσσα; Σαν τον πατέρα σου! Πού έχανε στο bridge και προσέβαλε τον συμπαίκτη του στα γαλλικά! Imperdable contre tout entame! 
- Χριστέ μου, όχι πάλι με τα γαλλικά! Entame και attente και double entendre, πήγαινε να μάθεις αγγλικά αντί να κλαις για το Brexit! 
- Καμία συμπόνια! Όσο μεγαλώνεις παίρνεις τον ψυχρό κι αδιάφορο χαρακτήρα του πατέρα σου! 
- Ποιον ψυχρό; Αφού παίρνω χάπια για να σε αντέξω!
- Α, τώρα που το λες, φέρε στην μανούλα ένα τέταρτο άσπρο λεξοτανίλ να ηρεμήσει!
- Ένα τέταρτο! Εσύ θες 4 χάπια για να σου φύγει η υπομανία από την παρακολούθηση Μπογδάνου.
- Τι θες να δω; Επαναλήψεις του Sex and the City. Αυτής της τσόντας!
- Να δεις, μπας και μάθεις τίποτα!
- Τι να μάθω; Εγώ; Εσύ να μάθεις!
- Εγώ τα ξέρω! Δεν έχω αγγελισμό! Μπας και σε παντρέψω με κανέναν και γλιτώσω!
- Εσύ να παντρευτείς, Όλγα, αν βρεις κάποιον να ανεχτεί τον φριχτό σου χαρακτήρα! Αλλά όλοι ευλογούν τον επόμενο! Όποιος ασχολείται μαζί σου είναι εθνικός ευεργέτης!
- Α, δηλαδή ενοχλώ όλο το έθνος όχι μόνο εσένα, μαμά;
- Δεν ξέρω για τι είσαι ικανή! Εσύ θα μας πετούσες έξω από την ένωση!
- Μα δεν ψήφισα ΟΧΙ!
- Ναι, αλλά δεν ψήφισες ούτε και ΝΑΙ!
- Αφού δεν το πίστευα το δημοψήφισμα!
- Δηλαδή εσύ πρέπει να πιστεύεις κάτι για να το ψηφίσεις; Τι άλλο θα μας πεις τώρα, ότι θες να παντρευτείς κι από έρωτα!
- Δεν θέλω να παντρευτώ!
- Και κανείς δεν θέλει να σε παντρευτεί! Μόνο η μανούλα σε ανέχεται!
- Μα ήθελαν κι εγώ αρνήθηκα!
- Στην αρχή! Τους γοητεύεις εκεί με τα διάφορα λογοτεχνίστικα που πετάς, που έμαθες από εμένα, και με τις προκλητικές εμφανίσεις. Αντί να εστίαζες στην ουσιαστική μόρφωση και να γινόσουν κάτι, μια Αρβελέρ, ας πούμε!
- Α, ωραία ο μπαμπάς ήθελε να γίνω ο Παπαδήμος κι εσύ η Αρβελέρ! The world's sexiest people.
- Υπήρξες όμως μια οικτρή απογοήτευση! Φέρε μου μισό λεξοτανίλ, πρέπει να αντέξω και το Brexit κι εσένα!
- Ορίστε πια, πάρε, με έφαγες!
- Αχ, και λίγο νεράκι στην μανούλα!
- Ορίστε, πάρε και νερό!
- Εσύ δεν θα πάρεις; Δηλητηριάζεις την μανούλα κι εσύ τίποτα!
- Είσαι τρελή! Μου κάνεις ανταγωνισμό ακόμα και με τα χάπια;
- Όχι, πώς να σου κάνω, εσύ είσαι εκτός συναγωνισμού! Ούτε μισό λεξοτανίλ δεν παίρνεις για την μανούλα!
- Λεξοτανίλ όχι, μόνο στρυχνίνη!
- Καλά, μην πάρεις όμως απόψε γιατί έχω ταχυκαρδία!

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα




Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

τα χρυσά μας χρόνια είναι τώρα


Άλλη μια υπέροχη μέρα ξεκίνησε στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου. Θα κάνει όση περίπου ζέστη έχει και στην κόλαση αλλά με περισσότερη υγρασία για να πονάνε όλα τα τραύματα μας, ακόμα κι αυτά που δεν θυμόμαστε από που προήλθαν. Θα έχουμε μείνει Ευρώπη μόνο που δεν θα έχουμε γίνει ποτέ Ευρώπη και η ίδια η Ευρώπη δεν θα ξέρει πια ποια είναι. Θα διαβάζουμε βιβλία αποκλειστικά για την νεοφτωχολογιά και τα μετεμφυλιακά σύνδρομα όπου ο μονόφθαλμος τσοπάνης θα θέλει να διαβάσει, να προσεγγίσει τον πολιτιζμό, αλλά θα τον χτυπάνε οι κακοί συγγενείς του με ένα βιβλίο στο καλό το μάτι επειδή δεν βόσκησε σωστά τα πρόβατα (πώς τα βοσκάς σωστά, δεν ξέρω, ούτε ο συγγραφέας ξέρει), στο ΟΤΕΝΕΤ θα παίζει την Μαρία την Πενταγιώτισσα με την εθνική σταρ και τον Κορίτσια ο Μπάρκουλης με φουστανέλα, για κάποιο λόγο θα συνεχίζεις να το κοιτάς λες και είναι αυτοκινητιστικό δυστύχημα και θα σκέφτεσαι, 1957, τότε δεν γύρισε ο Φελίνι το la strada; οι κατά φαντασίαν δεξιοί θα λένε ότι φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί πριν είχαμε ανάπτυξη (στο περίπου) ενώ οι υποτιθέμενοι αριστεροί θα λένε να πάνε να γαμηθούν όλα κι εσύ θα θες να πεις σε όλους να πάνε να γαμηθούν αυτοί. ο κόσμος δεν θα έχει δουλειά και θα απελπίζεται. ο κόσμος που έχει δουλειά δεν θα πληρώνεται και θα απελπίζεται. ο κόσμος θα ψάχνει ακόμα μια ιδεολογική ομπρέλα για να κάτσει από κάτω ενώ δεν βρέχει αλλά κολυμπάει σε ένα βόθρο. Οι δημοσιογράφοι θα είναι αστοιχείωτοι κι εξωνημένοι, θα διαβάζουμε τους καημένους τους πολιτικούς σχολιαστές του ΦΒ και θα τους ζητάμε τα ρέστα γιατί δεν προέβλεψαν σωστά πράγματα που θα χρειαζόταν dream team από μάντεις, αστρολόγους και ξεματιάστρες για να βγάλεις άκρη. Οι γνωρίζοντες την χρηματο-οικονομική θα σου λένε ότι δεν το πάμε καλά το πράγμα γιατί μπορείς να φτιάξεις ένα παράγωγο για οτιδήποτε (δεν ξέρω αν μπορείς). οι γνωρίζοντες την δικηγορική θα σου λένε ότι κάπου κάποτε υπήρχε ένα ευρωπαϊκός νόμος (δεν ξέρω αν υπάρχει), οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί επιζτήμονες της Παντείου θα καυλώνουν με τον τζερτζελέ και κάποιοι από αυτούς θα βγάζουν και χρήματα, γιατί σε μέρες κρασιού και λουλουδιών ποιος θέλει να γνωρίζει τι κάνουν τα διεστραμμένα μυαλά των πολιτικών; θα είναι καλοκαίρι του 15 και θα έχουμε δει τόσες φωτογραφίες από θάλασσα που θα αυνανιζόμαστε με την εικόνα της αποξηραμένης Κωπαΐδας, θα ανοιγοκλείνουμε το κλιματιστικό και θα το σπάμε και λίγο με ανεμιστήρα, δεν θα πηδάμε από το παράθυρο, αλλά θα ξέρουμε μέσα μας ότι δεν θέλουμε να ζήσουμε ούτε εδώ, ούτε έτσι.

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

μάνα όχι μαμά


- Μαμά, με αγαπάς;
- Η αλήθεια, Όλγα, είναι πως δεν τρελαίνομαι κιόλας για εσένα, σε ανέχομαι απλώς γιατί είσαι παιδί μου.
- Και δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω για να με αγαπήσεις περισσότερο;
- Α, δεν είμαι και σίγουρη, θα μπορούσες να κάνεις ας πούμε μερικές μεταρρυθμίσεις και βλέπουμε πως πάει.
- Δηλαδή;
- Δηλαδή να μην μιλάς γιατί με ενοχλείς, αν θες να μιλήσεις, να πληρώνεις ένα πρόστιμο.
- Κι αν δεν μιλάω πώς θα συνεννοούμαστε;
- Επειδή δεν μιλάς δεν σημαίνει ότι δεν θα ακούς! Θα ακούς και θα πράττεις αναλόγως!
- Δηλαδή θα κάνω ό, τι μου λες;
- Γιατί το παρουσιάζεις έτσι; Απλώς, θα αφήσεις σε εμένα το κομμάτι των αποφάσεων, με τα υπόλοιπα θα κάνεις ό, τι επιθυμεί η ψυχούλα σου!
- Α, κι έτσι θα με αγαπάς περισσότερο;
- Κοίτα, η λέξη αγάπη έχει μεγάλο ειδικό βάρος, ας πούμε θα μου είσαι πιο συμπαθής.
- Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο για να κερδίσω πιο γρήγορα την αγάπη σου;
- Ε, υπάρχει και το οικονομικό, δεν μπορώ να μην το αναφέρω.
- Δηλαδή, μαμά;
- Ε, όλα αυτά τα λεφτά που ξόδεψα για να σε κάνω άνθρωπο κι εσύ βγήκες έτσι, μια μέτρια εκδοχή, δεν νομίζεις ότι είναι high time να αρχίσεις να μου τα επιστρέφεις; Έκανα μια επένδυση, δεν μου βγήκε, εσύ έτσι καθαρή θα την βγάλεις;
- Εντάξει, να αρχίσω να σε πληρώνω, τότε θα με αγαπάς όμως περισσότερο;
- Χμμμ, δεν ξέρω, Όλγα, υπάρχουν κι άλλα πράγματα που με ενοχλούν, δεν είναι αρκετές οι μεταρρυθμίσεις και κανείς δεν μπορεί να μου εγγυηθεί ότι θα τις τηρήσεις.
- Και τι άλλο θα ήθελες;
- Θα ήθελα να είσαι αγόρι, τα κορίτσια είναι κουραστικά.
- Δηλαδή μου ζητάς να κάνω εγχείριση αλλαγής φύλου;
- Όχι, προς θεού, τι είμαι; Κανένας τύραννος! Θα μπορούσες απλώς να ντύνεσαι, να κουρεύεσαι και να φέρεσαι σαν αγόρι, με τα υπόλοιπα μπορείς να κάνεις ό, τι τραβάει η ψυχούλα σου.
- Α, και τότε θα με αγαπάς περισσότερο;
- Α, κοίτα, δεν μπορώ να ξέρω από πριν, καν’ τα και θα γίνει μια αξιολόγηση.
- Εντάξει, μαμά.
- Κοίτα, όμως, αν είναι να τα κάνεις επειδή στα ζητάω, δεν μετράει. Πρέπει να το καταλαβαίνεις από μόνη σου ότι είναι το καλύτερο για εσένα.
- Το καταλαβαίνω, μαμά.
- Μπράβο, τώρα λέω να αρχίσουμε με εκείνο της σιωπής, εντάξει;
- Ναι, μαμά.
- Τα αγόρια λένε "μάνα" όχι "μαμά"!

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα


Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Byron

Luna and the Whale, Eugenio Cuttica
Θα μπορούσα να σε ρωτήσω πότε βάρυνες
ήταν κάτι ξαφνικό;
κατάπιες μια άγκυρα ελπίζοντας ότι θα την χωνέψεις
επειδή σου πήγαινε τόσο πολύ να φοράς το καπέλο;
Καπετάνιος σωστός
θα είχες γίνει
μέχρι που ανακάλυψες ότι μπορείς να κολυμπάς μόνο από την μία μεριά του σώματός σου
ευτυχώς, έγραφες και με τα δυο σου χέρια
Σε παρακαλώ, αν σκοπεύεις να πνιγείς,
επιτέλους, πες το μου να σταματήσω να βάζω αλάτι στο φαγητό.
Θα βρεις τόση γεύση στον πάτο.
Θα μπορούσα να σε ρωτήσω πότε ελάφρυνες
ήταν κάτι απότομο;
πόσους εμετούς έκανες σε μια μέρα
για να βγάλεις μόνο ένα νύχι που έσπασα γρατζουνώντας την πλάτη σου
έχεις το νύχι αλλά δεν έχεις το σημάδι
Δεν μπορούμε να τα κρατάμε όλα.
Καταλαβαίνω.
Ιεράρχηση.
Τα γυναικόπαιδα πρώτα.
Παιδιά δεν έχουμε.
Πάω μόνη.
Το έχουν αυτό το ρίσκο οι διασώσεις ξηράς
ενδέχεται να σου αρέσει υπερβολικά να επιπλέεις.
Να θυμάσαι, όμως, σε παρακαλώ
Ότι και τα κλαδιά
τον κορμό του δένδρου τον βλέπουν ως το σώμα του κρεμασμένου.
Φοβάται ο φυλλοβόλος τον άνεμο;
Πες μου.

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα



Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

Μούμια (μέρος δεύτερο)


για να διαβάσεις το πρώτο μέρος πάτησε εδώ

Δεν τον έβαλαν ποτέ μέσα, εκεί πάτησε πόδι, της είπε ότι ανέχτηκε το σκυλί αλλά δεν θα του φέρει κι άλλους ξένους στο σπίτι. Δεν είχε καταλάβει ακόμα τι τον ενοχλούσε τόσο πολύ στην παρουσία του τετράποδου. Είχαν σκεφτεί πολλές φορές στο παρελθόν να πάρουν λυκόσκυλο, αλλά αυτά ήταν φύλακες, ενώ ο Ιβάν ήθελε να είναι συνέχεια μέσα στο σπίτι, να έχει επαφή μαζί τους, να παίζει, να κοιμάται πάνω τους. Άλλο ένα παιδί σκέφτηκε, δεν είχαν τελειώσει με αυτά; Η σκέψη τον αηδίασε. Το μόνο που τον ανακούφιζε είναι ότι ο Μίρο σε λίγο θα τελείωνε με τα βαψίματα και θα τον έπαιρνε οριστικά μαζί του.
Όταν η Άννα ήθελε να του ανακοινώσει κάτι σοβαρό καθόταν στα ψηλά  διακοσμητικά σκαμπό της κουζίνας κι έγραφε λίστες. Δεν είχε κοιτάξει ποτέ τις λίστες της αλλά από μακριά του φαινόταν ότι απλώς έγραφε ξανά και ξανά την ίδια λέξη με αύξοντα αριθμό. Δεν μπορούμε να αφήσουμε τον Ιβάν να φύγει, του είπε, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. Είναι δύσκολο το ταξίδι μέχρι την Ιταλία, ποιος ξέρει σε τι πλοίο θα μπει, πόσες μέρες θα διαρκέσει, είναι ντελικάτο σκυλί, απορίας άξιο πως άντεξε τόσο καιρό στο δρόμο. «Απορίας άξιο» της άρεσε αυτή η έκφραση. Εκείνου πάλι όχι.
Τα παιδιά τον έχουν συνηθίσει, συνέχισε. Κι έπειτα πως βρέθηκε ένα σκυλί ράτσας με ένα Βούλγαρο, Γιώργο; Κάθισα και το σκέφτηκα, είναι πολύ πιθανό να τον έκλεψε από κάπου, είναι πιθανό μια οικογένεια κάπου να ψάχνει τον Ιβάν. Κι αν το έκλεψε τώρα πια δεν είναι δικός του; την ρώτησε. Σοβαρέψου, Γιώργο. Δεν γίνεται να πάρει τον Ιβάν μαζί του. Το καταλαβαίνεις ελπίζω. Σε παρακαλώ, πρέπει να του το ανακοινώσεις. Του έδειξε ένα φάκελο με λεφτά και του είπε ότι θα περνούσε κατά τις 8 να τα πάρει. Να προσπαθούσε να του το πει όσο πιο ανώδυνα γινόταν. Τα παιδιά θα κοιμόντουσαν σε φίλους τους απόψε, το είχε φροντίσει σε περίπτωση που γινόταν κάποια φασαρία. 
Η Άννα τότε άνοιξε το ψυγείο μηχανικά χωρίς να πάρει κάτι να φάει, ίσως μόνο για να αισθανθεί την ψύξη, την διαφορά της θερμοκρασίας της συντήρησης από το σώμα της. Έκλεισε την πόρτα και πήγε να κάνει μπάνιο. Δεν γινόταν να αρνηθεί, ήταν από τις ελάχιστες φορές που του είχε ζητήσει να κάνει οτιδήποτε. Δεν μπορούσε να αφήσει την γυναίκα του να τα βγάλει πέρα με έναν ξένο.  Έψαξε πάλι για το στηθοσκόπιο γύρω από το λαιμό του, ξανά υπενθύμιση, δεν έγινε καρδιολόγος όπως ο πατέρας του, γιατί δεν κράτησε τουλάχιστον το στηθοσκόπιο του; γιατί κράτησε μόνο τον καθρέφτη στον οποίο δεν αντέχει καν να κοιταχτεί; Γιατί δεν έγινε γιατρός; Γιατί τα πολλά χρήματα πια δεν τα βγάζουν οι γιατροί, πέρασε η εποχή του δέους προς την άσπρη ποδιά και την ιατρική μάσκα. Τα πολλά χρήματα τα βγάζουν όσοι ασχολούνται με τα χρήματα. Πώς να το εξηγήσει αυτό σε κάποιον άσχετο; 
«Φαντάσου ένα τούνελ που καταλήγει σε έναν τοίχο και εσένα στημένο στον τοίχο αυτό, καταπάνω σου έρχεται ένα τρένο, ναι, η καρδιά σου είναι σαν να χτυπάει σε μεγάφωνο, τώρα αφαίρεσε το τραίνο, αφαίρεσε και το τούνελ αλλά εσύ δεν τρέμεις λιγότερο. Δεν καταλαβαίνεις; Υποθετικό χρήμα, απροσδιόριστοι φόβοι, αόριστες στύσεις. Εσένα πόσες τρύπες έχει η γυναίκα σου; Πόσες τρύπες έχεις εσύ;» 
Άνοιξε τον φάκελο που είχε αφήσει στο τραπέζι της κουζίνας και μέτρησε τα χρήματα. «Απορίας άξιο» ψιθύρισε. Κοίταξε τον Ιβάν που δεν είχε καταλάβει τίποτα και του τριβόταν στο πόδι. Κωλόσκυλο, ξεστόμισε.
Όπως αναμενόταν ο Μίρο έγινε έξαλλος, θέλω το σκυλί μου πίσω, δώστε μου το σκυλί μου πίσω, φώναζε κι άρχισε να τον σπρώχνει. Δεν τον άφησε καν να επιχειρηματολογήσει, να του προτείνει κάτι. Τι; Λεφτά, περισσότερα λεφτά. Του πέταξε ακόμα και την αμοιβή του στα μούτρα και συνέχισε να τον σπρώχνει, φωνάζοντας Ιβαν, Ιβάν. Μέχρι που επενέβησαν οι άνδρες της ασφάλειας από το απέναντι σπίτι που έμενε ένας πολιτικός - τα πλεονεκτήματα του να μένεις στα προάστια - τον ακινητοποίησαν και κάλεσαν την αστυνομία. 
Ο Μίρο άρχισε να κλαίει και θα περίμενε κανείς να συνεχίσει να φωνάζει το σκύλο του. Δεν φώναξε, όμως, άλλο, μόνο κοιτούσε τα παπούτσια του που ήταν γεμάτα μπογιά, όσο οι άνδρες της ασφάλειας μάζευαν τα λεφτά από το δρόμο και του τα έβαζαν στην τσέπη που είχε η μπλούζα του. Σε λίγο έφτασε η αστυνομία και τον πήρε. Έδωσαν μια σύντομη κατάθεση και δεν τον ξαναείδαν. Θα το κανόνιζε όλα ο γείτονας πολιτικός.
Τις επόμενες μέρες ο Ιβάν άρχισε να γίνεται όλο και πιο ανήσυχος. Κατουρούσε παντού κι έριχνε συνέχεια πράγματα κάτω. Δεν άκουγε κανέναν, την παραμικρή παρατήρηση να του έκαναν, άρχιζε να γρυλίζει. Στο τέλος αναγκάστηκαν να τον κλειδώσουν στο υπόγειο. Τα αγόρια ρωτούσαν τι μπορεί να έπαθε ο Ιβάν και τους φέρεται σαν να είναι ξένοι μέχρι που η Άννα τους είπε ότι συμβαίνει αυτό καμία φορά, ακόμα και τα ζώα τρελαίνονται. Όταν ακούστηκε ήχος σπασίματος από το υπόγειο, του είπε να πάει να δει τι κάνει το σκυλί, δεν τον αποκαλούσε πια με το όνομά του.
Άρχισε να μαζεύει τα θρύψαλα του καθρέφτη μέχρι που ξεπρόβαλε ο υπαίτιος. Ο Ιβαν είχε κάνει αυτό που ο ίδιος όχι μόνο δεν τολμούσε, αλλά ούτε καν φανταζόταν ότι ήθελε. Μόνο τώρα που τον βλέπει χίλια κομμάτια καταλαβαίνει. Δεν είναι πως τίποτα δεν μας σώζει από το παρελθόν, έτσι νόμιζε τόσο καιρό, ότι έτρεχε να γλιτώσει από τις αναμνήσεις κι από το είδωλό του. Όχι, το πρόβλημα είναι ότι εμείς δεν μπορούμε με τίποτα να το διασώσουμε. Ούτε το παρελθόν ούτε το είδωλό μας. Θραύσματα μόνο. Θρύμματα των θρυμμάτων. Μνήμες των μνημάτων. 
Πότε σταμάτησες να κοιτάζεσαι στον καθρέφτη; Όταν πέθανε ο πατέρας μου. Πότε πέθανε ο πατέρας σου; Όταν ήμουν 13 χρονών. Πως πέθανε; Σε ματς Ολυμπιακός – ΑΕΚ, μας πήραν τηλέφωνο γιατί βρήκαν την κάρτα του μέσα στο σακάκι του, νόμιζαν ότι ήταν ο γιατρός του, ένας καρδιολόγος που πέθανε από την καρδιά του, όχι, δεν ήταν Ολυμπιακός ούτε ΑΕΚ, δεν με είχε πάει ούτε μια φορά στο γήπεδο, δεν μάθαμε ποτέ τι έκανε εκείνη την μέρα στο ματς, είχε μια κρυφή ζωή, μια άλλη γυναίκα, ήθελε να κρατήσει κάτι για τον εαυτό του; Ποιος ήταν ο πατέρας σου; Ένας ξένος. Εσύ ποιος είσαι;  
Γονατίζει και για ελάχιστα δευτερόλεπτα ανέχεται να δει το είδωλό του καθρεφτισμένο και πολλαπλασιασμένο στα θρύψαλα. Ο Ιβάν τον πλησιάζει και για πρώτη φορά τον χαϊδεύει. Καλό σκυλί, του λέει. Καλό σκυλί. 
Εκείνη την στιγμή το αποφασίζει. Ο Ιβάν δεν πρόκειται να μείνει λεπτό παραπάνω σε αυτό το σπίτι. Τον αρπάζει και τον βάζει στο πίσω κάθισμα. Λέει στην Άννα τι έγινε με τον καθρέφτη και παριστάνει τον συντετριμμένο. Εντάξει, του λέει, καταλαβαίνω, πρέπει να βρούμε κάπου να τον δώσουμε. Το έχω κανονίσει της απαντάει, δεν του κάνει άλλες ερωτήσεις. Μπαίνει στο οικογενειακό τζιπ και το βάζει μπρος. Ξέρει ακριβώς που πηγαίνει. Δεν έχει κίνηση, δεν του παίρνει πάνω από μισή ώρα να φτάσει στο πατρικό του στο κέντρο της πόλης. Ούτε θυμάται πόσα χρόνια το έχουν πουλήσει. Κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και ανοίγει την πίσω πόρτα. Ορίστε, Ιβάν, φτάσαμε. Το σπίτι είναι σκοτεινό σχεδόν λες και δεν κατοικείται. Απέξω υπάρχουν πολλές κούτες μετακόμισης. Τους ρίχνει μια ματιά.  Εντοπίζει μια με χριστουγεννιάτικα στολίδια, ανάμεσά τους μια άσπρη κουκουβάγια. Αυτή θα την πάρει πίσω μαζί του. Τον Ιβάν όχι.
Όταν επιστρέφει στο σπίτι, η Άννα με τα παιδιά στολίζουν το δένδρο.  Οι μπάλες είναι όλες διαφανείς κρυστάλλινες, δεν υπάρχει κίνδυνος να καθρεφτιστεί πάνω τους. Τον περιμένουν για να βάλει το άστρο στην κορυφή. Έφερα κάτι καλύτερο τους λέει και τους δείχνει την άσπρη κουκουβάγια. Ανεβαίνει στο ξύλινο σκαλί και την καρφιτσώνει ψηλά. Θέλει να την χαϊδέψει λίγο αλλά διστάζει. Παραπατάει και παραλίγο να πέσει. Ένα αυτοσχέδιο ικρίωμα, σκέφτεται. Ο μικρός του γιος κοιτάζει το σκωπτικό πτηνό και τον ρωτάει όλος απορία, μπαμπά, ποια η διαφορά ανάμεσα στην ψεύτικη κουκουβάγια και σε μια ταριχευμένη; Δυσκολεύεται λίγο να πει το «ταριχευμένη». Χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα του λέει ότι δεν έχουν και μεγάλη διαφορά. Απλώς η δεύτερη έχει την ιδιαιτερότητα να πιστεύει ότι κάποτε υπήρξε ζωντανή.

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα




Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Μούμια

«να θυμάσαι, όμως, σε παρακαλώ
ότι και τα κλαδιά
τον κορμό του δένδρου τον βλέπουν ως το σώμα του κρεμασμένου»

Ben Kehoe


Θα ξεφορτωνόταν το σκυλί και τον καθρέφτη να μην έσπαγε. Περίμενε απλώς να περάσουν οι γιορτές, να μην στενοχωρήσει μέσα στα Χριστούγεννα τους γιους του. Το έχουν αγαπήσει και οι δύο. Αγαπούν εύκολα, ξεχνούν εύκολα, αντίθετα με τον ίδιο, σκέφτεται, όσο μαζεύει τα θρύμματα. Όχι με σκούπα και φαράσι, με τα δάχτυλα γυμνά. Γνωρίζονται, άλλωστε πολλά χρόνια με τον καθρέφτη, τόσα που η οικειότητα συναγωνίζεται την αποστροφή χωρίς να μπορείς πια να καταλάβεις τι υπερισχύει. Ξαφνικά σταματάει. Τι κάνεις εκεί, βρε μαλάκα, λέει από μέσα του, τι νομίζεις, ότι μαζεύεις μαργαριτάρια πεσμένα σε χοιροστάσιο; 
Ο ίδιος ήχος κάθε πρωί, το πλατινένιο κούμπωμα, ένα μαργαριτάρι σε κάθε αυτί της Άννας, ανδρική ρώγα που ποτέ δεν θα θηλάσει. Δεν έχει τρυπήσει τα αυτιά της. Λέει ότι δεν αντέχει ούτε τους μικρούς ακρωτηριασμούς, με όσες οπές γεννήθηκε, γεννήθηκε. Πόσες τρύπες έχει δηλαδή η γυναίκα του, αναρωτιέται προς στιγμήν. Όσο το δυνατόν λιγότερες. Μόνο αυτά φοράει, μόνο αυτά τις παίρνει δώρο σε κάθε επέτειο, κι ας της έχει εξηγήσει τι είναι αυτές οι πέτρες που τόσο της αρέσουν: το ελάττωμα στο όστρακο, η αντίδρασή του σε ένα λεπτεπίλεπτο παράσιτο που κατάφερε να εισβάλει στο κέλυφος. Όλα μια πλάνη. Για μια στιγμή χαμογελάει. Ακουμπάει το στέρνο του, ψάχνει γύρω από το λαιμό του το στηθοσκόπιο, μα όχι, δεν έγινε γιατρός. Γιατρός ήταν ο πατέρας του. Πετάει ξανά τα θρύμματα κάτω και τα πατάει λες και σβήνει γόπα. Ashes to ashes. Γιατί έκοψε το τσιγάρο, αναρωτιέται, ναι, αυτό το ιστορικό καρδιοπάθειας στην οικογένειά του. Να μην χάσουν και οι δικοί του γιοι τον πατέρα τους μικροί. Να μπορούν να κοιταχτούν στον καθρέφτη. 
Θα τα μαζέψει η κοπέλα του σπιτιού, καλή άχρηστη κι αυτή, να πρέπει σχεδόν να την παρακαλούν για να καθαρίσει τον κήπο από τα περιττώματα του σκύλου. Είναι κι άσχημη, καλύτερα που είναι άσχημη γιατί αν ήταν ωραία θα ήθελε να την γαμήσει. Τώρα θα γλιτώσουν από το σκυλί οπότε θα επιστρέψει στο αγαπημένη της ενασχόληση που είναι να καθυστερεί να κάνει οτιδήποτε χρειάζονται. Σιδερώνει επιμελώς τις φόρμες των παιδιών κι αφήνει πάντα τελευταία τα πουκάμισά του. «Θέλουν προσοχή, κύριε», κι αυτός γυμνός από πάνω, με τα μανικετόκουμπα στο χέρι, να την περιμένει να τελειώσει. Δεν τον συμπαθεί, το ξέρει. Τον βρίσκει υπερόπτη και είρωνα όπως οι περισσότεροι, άλλωστε. Είναι ένα στοίχημα που έχει βάλει με τον εαυτό του, να κερδίζει την αντιπάθεια των άλλων αυτομάτως. Όχι όπως στις οικογένειες δηλαδή που τέτοια συναισθήματα χτίζονται.

«Έτοιμο, κύριε», σιδερώνει κολλαριστά, δεν έχει παράπονο, όσο και να σιδερώσει όμως, τα ρούχα δεν ξεφεύγουν από τις πτυχώσεις τους. Του δίνει το πουκάμισο και το φοράει μπροστά της, το κουμπώνει γρήγορα, λες και θέλει να τραυματίσει τις κουμπότρυπες.  Ακολουθεί ένας απλός κόμπος γραβάτας, κι όμως δεν έχει δυσκολευτεί ποτέ να καταπιεί, ούτε να χωνέψει. «Ευχαριστημένος, κύριε;» τον ρωτάει χωρίς ούτε μια φορά να πάρει απάντηση. Όχι, δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος. Μην της μιλάς έτσι, του ζητάει η Άννα, μα δεν της μιλάω. Ναι, αυτό, μην της φέρεσαι έτσι, δεν είναι ξένη.   
 Η Άννα είναι καλύτερη με τους ανθρώπους. Κάπως έτσι απέκτησαν και το σκυλί, λόγω της ροπής της προς τον ανθρωπισμό. Δανεικός είναι. Έξω από το σούπερ μάρκετ είχε προσέξει ένα ζητιάνο που το κουβαλούσε μαζί του. Επαίτης με ατραξιόν, όχι κακή ιδέα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο κοινότοπο από την σκέτη ανθρώπινη δυστυχία, σκέφτηκε όταν του το πρωτοείπε, πώς να συμπονέσεις κάποιον που σου μοιάζει;  Με σκυλί, λοιπόν, κι όχι κανένα ημίαιμο, ράτσας πομεράνιαν. Η Άννα του διηγήθηκε πως άρχισε να το χαϊδεύει το σκυλί που της έκανε όλο χαρές και ότι μετά ξαναμπήκε στο σούπερ μάρκετ και ψώνισε για τον Μίρο από την Βουλγαρία. Ά, έχει κι αυτός ράτσα, μπράβο, Άννα, έχεις γίνει καλή στο να τις ξεχωρίζεις, της είπε και γέλασε μόνος του. Του πήρε σκυλοτροφές και διάφορα τρόφιμα, ζούσε σε ένα διαμέρισμα χωρίς φως και νερό, «το φαντάζεσαι», τον ρώτησε, οπότε αναγκάστηκε να μην του πάρει τίποτα που χρειάζεται ψύξη ή μαγείρεμα, ούτε κρέας δεν του πήρε, ούτε καν μακαρόνια, «το φαντάζεσαι».
Τις επόμενες μέρες ήταν ανήσυχη, τι θα γινόταν αυτό το σκυλί έλεγε και ξανάλεγε, μέχρι που πήρε το αυτοκίνητο και πήγε μόνη της στο σούπερ μάρκετ να τους βρει. Όταν γύρισε δεν ήταν μόνη, «ο Ιβάν θα μείνει για λίγο μαζί μας», ανακοίνωσε στα παιδιά, άλλο που δεν ήθελαν. «Τι ωραίο, Άννα, καρδιά σκύλου σε σώμα γάτας, ένα άσπρο φουντωτό εξάμβλωμα» της είπε. Ήθελε να το κλωτσήσει από την πρώτη στιγμή, αλλά είχε εκπαιδευτεί από νωρίς στην ζωή του να καταπίνει τις κλωτσιές του. «Έλα, βρε Γιώργο». Δεν τον ρώτησε πριν τον φέρει. Όχι, δεν τον αγνοούσε, κάθε άλλο, ήταν μια από τις αναγκαίες συνθήκες να τον απασχολεί με όσο το δυνατόν λιγότερα πράγματα. Δεν τον ένοιαζε τι φαγητό θα μαγείρευε η κοπέλα, ούτε αν έπρεπε να αλλάξουν τραπεζαρία, δεν έβρισκε υπερβολικό τα παιδιά να κάνουν τόσα ιδιαίτερα, ούτε τον ενδιέφερε που το σύστημα ποτίσματος απορυθμιζόταν. Ήταν το μεγάλο ευτύχημα στη σχέση τους ότι της άρεσε να παίρνει αποφάσεις για όλα όσα ο ίδιος αδιαφορούσε.
Θα φιλοξενούσαν τον σκύλο μέχρι ο Μίρο να τελείωνε την δουλειά που του βρήκε, να βάψει σπίτια φίλων στην περιοχή. Τα λεφτά που θα κέρδιζε θα του έφταναν να βγάλει καινούργια χαρτιά και να περάσει απέναντι στην Ιταλία, όπου θα έβρισκε πιο εύκολα δουλειά. Όλα τα είχε σκεφτεί η Άννα, όλα. Ήξερε να δίνει στους ανθρώπους ακόμα κι εκείνο που ούτε οι ίδιοι δεν ήξεραν ότι επιθυμούσαν. Όλη την ημέρα δούλευε και το βράδυ ερχόταν για να δει το σκυλί του, στον κήπο πάντα. 
(συνεχίζεται)

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα

για να διαβάσεις το δεύτερο μέρος πάτησε εδώ.









Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Κουβάδες με πέτρες

Cecilia Paredes

Η Ελένη έχει κοφτά χέρια και κοφτά μάτια. Τις λέξεις δεν τις λέει με την σωστή τους σειρά, ό, τι κατάλαβες, κατάλαβες. Καμιά φορά, απροειδοποίητα, τις βάζει στη σειρά. Υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο, μέχρι κι επιρρήματα για μεταβάσεις. Η μία λέξη ακουμπάει την άλλη, δίπλα δίπλα, σαν κουταλάκια στο συρτάρι, μέχρι που το τραβάει με δύναμη έξω και το αδειάζει στο πάτωμα. Τις λέξεις δεν μπορείς να τις πλύνεις όπως τα κουτάλια.
Της πέφτουν τα νύχια. Την βλέπω να τα χτυπάει ρυθμικά στο τραπέζι. Της έχουν τελειώσει τα τσιγάρα, πάντα έχει ένα πακέτο κάπου κρυμμένο στην βιβλιοθήκη, πίσω από ένα βιβλίο, δεν θυμάται ποιο, πρέπει να τα ξαναδιαβάσει όλα από την αρχή. 
Της πέφτουν τα νύχια και κάτω από κάθε νύχι κρύβεται ένα άλλο, βαμμένο στο ίδιο χρώμα, σαν πέταλα. Κι αν ξεμείνει από τσιγάρα, δεν θα ξεμείνει από νύχια. Τα μαζεύω ένα ένα, σε ένα πλαστικό, διαφανές σακουλάκι. Αυτή είναι η δουλειά μου. Συλλέκτης των νυχιών της. Είναι πιο δύσκολο από ό, τι ακούγεται. Δεν μπορείς να φανταστείς που τα αφήνει. Σηκώνω μαξιλάρια, μετακινώ έπιπλα, τινάζω τα ρούχα της, μην μου ξεφύγει κανένα. Θέλει να πλύνει τα πιάτα.
Μα αφού δεν έφαγες τίποτα σήμερα, Ελένη.
 Έγραψα.
Πού; Πάνω στα πιάτα; 
Ναι, πάνω στα πιάτα.
Πρέπει να μαζέψω τα νύχια και να προστατεύσω τα πιάτα. Είναι γρήγορη, δεν την προλαβαίνεις. Θα ξαμολήσω τους ιπτάμενους σκίουρους από το κλουβί. Πάντα τσακώνεται με τους σκίουρους. 
Μου σκάβουν τις γλάστρες, οι βρωμοσκίουροι.
Ελένη, δεν έχεις γλάστρες.
Πως δεν έχω, δεν τις βλέπεις στην βεράντα;
Αυτοί είναι κουβάδες, κουβάδες με πέτρες.


Όταν η Ελένη δεν έχει τι να πει, τυλίγεται στην μάλλινη εσάρπα της. Κι έχει μια κίνηση σαν στο σώμα της να συνδυάζει ταύρο και ταυρομάχο, σαν να τυλίγει και να τυλίγεται, να εξαπατά και να εξαπατάται. Η εσάρπα δεν είναι ποτέ κόκκινη. Έχει το χρώμα ελιάς, το χρώμα της πράσινης ελιάς, με αυτές τρέφεται η Ελένη. Τις της πηγαίνουμε με τους τενεκέδες. 
«Εδώ Τενεκεδούπολη! Εδώ Τενεκεδούπολη!» φωνάζει και μετά κάνει ήχους σαν Ινδιάνα με το χέρι να χτυπάει το στόμα της.
Τρέχω από πίσω να της βγάλω ένα νύχι από την πλάτη, όλο ξύνεται, το σακουλάκι έχει σχεδόν γεμίσει. Κοντά στον ώμο έχει ένα σημάδι, μοιάζει με νούφαρο ή με αχινό, δεν είμαι σίγουρη. Πάει στο ψυγείο και παίρνει την καρτέλα με τα αυγά. Ένα ένα τα βάζει μέσα σε κάλτσες. 
Τι περιμένεις, Ελένη; Να ζεσταθούν και να βγούνε κοτόπουλα;
Μην είσαι χαζή. Τα αυγά δεν κάνουν κοτόπουλα. Έχουν κουκούτσι μέσα.
Και τα κοτόπουλα από πού βγαίνουν τότε;
Από τις κότες, βέβαια. Δεν έχεις δει κότα να γεννάει;
Η αλήθεια είναι πως δεν είχα δει, οπότε τι να της απαντήσω; Μου δίνει ένα ζευγάρι κάλτσες με τα αυγά τους μέσα. «Είναι για να πολεμήσουμε τους σκίουρους» μου λέει. Τους σημαδεύεις στο κεφάλι και τους εκσφενδονίζεις την κάλτσα. Αυτό είναι το σχέδιό της. «Διαφορετικά, θα μεγαλώσουν και θα γίνουν νυχτερίδες. Κι εγώ πως θα κοιμάμαι με τις νυχτερίδες πάνω από το κεφάλι μου, μου λες; Ελπίζω να είσαι καλή στο σημάδι». Μου πέφτει η μια κάλτσα από το χέρι, το αυγό σπάει, η Ελένη την ψαχουλεύει για να βρει το κουκούτσι. Δεν βρίσκει τίποτα εκτός από τσόφλια. Τρέχει στο μπαλκόνι. Σηκώνει τους κουβάδες κι ετοιμάζεται να τους πετάξει κάτω στο δρόμο.
Ελένη, τι κάνεις εκεί;
Πρέπει να ξεφορτωθώ τα αυγά. Είναι δηλητηριώδη.
Δεν είναι αυγά αυτά στους κουβάδες, είναι πέτρες. Κουβάδες με πέτρες.
Δεν με ακούει. Θα έχουμε θύματα, σκέφτομαι. Ούτε ιπτάμενοι σκίουροι, ούτε νυχτερίδες, ούτε καν ο Batman θα μας σώσει. Η Ελένη αδειάζει τον πρώτο κουβά. Με τα κοφτά της χέρια και τα κοφτά της μάτια θρυμματίζει τις πέτρες στον αέρα σαν να ψαλιδίζει ένα θάμνο. Από κάτω, οι περαστικοί νιώθουν απλώς μια βροχή από σκόνη.
Είναι κουρασμένη και θέλει να κοιμηθεί. Όταν κοιμάται, δεν της πέφτουν τα νύχια, αλλά τρίζει τα δόντια της. Καμιά φορά ξυπνάει απότομα και φωνάζει: «Πέτρες με κουβάδες». Μια φορά και ξανακοιμάται. Δεν την διορθώνω ποτέ.

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα

photo:Eua Mpoumpalou


Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Ain't no Cure for the Borderline Blues


- Τι σου αρέσει να κάνεις πιο πολύ;
- Να πηγαίνω να βλέπω μια ταινία που κάνει το σαγόνι μου να τρέμει από το κλάμα, μετά να πίνω δυο μπουκάλια κρασί και να με πιάνει κρίση επιδειξιομανίας σε κάποιο σταθμό μετρό.
- Γιατί σε σταθμό μετρό;
- Δεν ξέρω. Μάλλον έχω μπερδέψει το μετρό με το μέτρο. Δεν τα πάω καλά με τους τόνους.
- Γιατί έπαψες να τα κάνεις όλα αυτά;
- Κυρίως για το τρίτο μέρος. Γιατί δεν υπάρχει κανείς πια που να απολαμβάνει καλοπροαίρετα την γελοία πλευρά του εαυτού μου. What's the use of being a joker, if there is noone to appreciate the tragedy in your self-ridicule? He sneered, but "he never sneered in his heart".

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα

photo: Kostas Koronidis

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

μικρή οικογενειακή ιστορία (μέρος πρώτο)

γράφει η Όλγα Αικατερίνη Φουντέα










- Όλγα, θέλω να σταματήσεις να διαδίδεις αυτά τα ψέματα!
- Ποια ψέματα, μαμά;
- Αυτά που λες από εδώ κι από εκεί, ότι εγώ και ο πατέρας σου χωρίσαμε!
- Τι εννοείς, μαμά; Αφού είχατε να κοιμηθείτε κάτω από την ίδια στέγη από τα πέντε μου.
- Άκου να σου πω, μικρή. Δεν μπορεί να περιμένεις από δύο sui generis άτομα όπως εγώ και ο πατέρας σου να φερόμαστε όπως τα κοινά ζευγάρια.
- Ποια ζευγάρια εννοείς; Τα ευτυχισμένα;
- Ήμασταν ευτυχισμένοι! Πριν γεννηθείς εσύ!
- Τι εννοείς δηλαδή; Ότι εγώ φταίω που χωρίσατε;
- Όχι, δεν φταις εσύ, αλλά δεν βοήθησες κιόλας! Μα αφού σου λέω δεν χωρίσαμε!
- Και οι ομηρικοί καβγάδες; Και οι απειλές και τα δικαστήρια; Και που έκανα να δω τον πατέρα μου δεν ξέρω πόσο καιρό μέχρι που ήρθε στο άλλο μας σπίτι με ένα παζλ; Ψέματα κάνατε; Όλοι οικογενειακώς που βρίζατε ο ένας τον άλλον, όλα ψέματα; 
- Δεν είπα ότι δεν υπήρχαν διενέξεις! Ο πατέρας σου ήταν δύσκολος άνθρωπος. Όπως είσαι κι εσύ! 
- Κι εκείνη η σκηνή στην κουζίνα που απείλησαν με την γιαγιά ότι θα διεκδικήσουν την κηδεμονία μου κι εσύ φώναζες ενώ εγώ έκλαιγα και μου έλεγαν να διαλέξω;
- Και τι διάλεξες; Αφού τα θυμάσαι τόσο καλά.
- Ήταν λίγο δύσκολη η θέση μου. Ήταν σαν να έπρεπε να διαλέξω μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Διάλεξα ΠΑΣΟΚ.
- Εγώ είμαι το ΠΑΣΟΚ;
- Ναι, όλες οι μητέρες είναι ΠΑΣΟΚ. Εσύ το έχεις ψηφίσει κιόλας!
- Εγώ; ΠΑΣΟΚ; Πότε ψήφισα εγώ ΠΑΣΟΚ; Ποτέ!
- Μα τι λες; Δεν ψήφισες Σημίτη;
- Ο Σημίτης δεν είναι ΠΑΣΟΚ!
- Τι είναι τότε; Κουβικουλάριος της Αγίας Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας;
- Τον Σημίτη, μικρή, θα το κρίνει η ιστορία. Δεν φτάνει που διαδίδεις αυτά τα ψέματα ότι χώρισα με τον πατέρα σου, λες ότι ψήφισα και ΠΑΣΟΚ, δεν γίνεται, Χριστέ μου, να σταματήσεις να ασχολείσαι μαζί μου;
- Ε, τι να κάνουμε, ίσως να σου είχαν πάει καλύτερα τα πράγματα αν ο Χατζιδάκις είχε ανταποκριθεί στις ερωτικές επιστολές ή είχες πάει για μεταπτυχιακό στην Γερμανία και τα είχε φέρει η τύχη και γνώριζες τον Reiner Werner Fassbinder. Τότε δεν θα υπήρχα εγώ.
- Μπα, θα υπήρχες. Σιγά μην γλιτώναμε από εσένα.
- Πως θα υπήρχα χωρίς εσένα;
- Σιγά μην με χρειαζόταν ο πατέρας σου για να σε κάνει. Αφού τίποτα δεν έχεις πάρει από εμένα! Τίποτα! Θα κατάπινε ένα από τα βιβλία του και θα έβγαινες από το κεφάλι του όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία.
- Δεν αντιλέγω. Ο μπαμπάς είχε όντως συνουσιακή σχέση με τα βιβλία του, τα προτιμούσε κι από εσένα κι από εμένα. Ποιο βιβλίο, όμως;
- Το Μισάνθρωπο του Μολιέρου!
- Μα, μαμά, ξέρεις πολύ καλά ότι ο μπαμπάς δεν διάβαζε θέατρο.
- Αχ, βρε Όλγα, τίποτα δεν έχεις καταλάβει πια για αυτήν την οικογένεια; Η οικογένεια σου δεν χρειάζεται ούτε να διαβάζει ούτε να πηγαίνει θέατρο. Η οικογένεια σου ΕΙΝΑΙ το θέατρο.