Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

φωνόγραφος



έφτασε ο φωνόγραφος στο χωρίο. τον περιμένουμε κάθε Άνοιξη. ξέρω εσείς οι άνθρωποι του εικοστού πρώτου αιώνα δεν με καταλαβαίνετε. υπήρξε όμως μια εποχή που εμείς εδώ πάνω στα βουνά δεν είχαμε ηλεκτρισμό ούτε κάν τρεχούμενο νερό.η μόνη διασκέδαση ήταν ένας περιοδεύων φωνόγραφος, τον έστηναν στο καφενείο με τρεις πλάκες που έπαιζαν τα ίδια τραγούδια ξανά και ξανά. μαζεύονταν οι άντρες από τα γύρω χωριά κάπνιζαν και έπιναν νερωμένο κρασί. με ένα τάληρο μπορούσες να αγοράσεις έναν χορό. υπήρχαν κορίτσια καθισμένα σε έναν πάγκο, έδινες το κέρμα στον χειριστή του φωνόγραφου και διάλεγες το κορίτσι της αρεσκείας σου για ένα χορό. ένα κορίτσι από το πάγκο μου τράβηξε τη προσοχή, είχε μάτια ποτισμένα με θλίψη, φορούσε ένα λευκό φόρεμα σαν κεντημένα γιασεμιά και μια γαλάζια κορδέλα στα μαύρα της μαλλιά. ένιωσα αιχμάλωτος της ομορφιάς της, ήθελα τόσο να χορέψω μαζί της και ζήλευα κάθε άντρα που την πλησίαζε έκεινο το βράδυ.κάποια στιγμή πέρασε από μπροστά μου σαν φλόγα και σκιά κι ορκίζομαι πως το μοναδικό χαμόγελο της ζωής της άνθισε εκείνη τη στιγμή.είδα τα μάτια της σαν άνθη ανοιγμένα κι ένιωσα να πέφτω σε μια θάλασσα θανάτου και να πνίγομαι. η επανάληψη του ίδιου μουσικού κομματιού ήταν σαν να διαπερνούσαν το στήθος μου χίλια σπαθιά καυτά. ένιωσα βουτηγμένος σε κόλαση βαθιά και η μόνη λύτρωση ήταν τα χάδια της μουσικής και των ματιών της.

το επόμενο πρωί αφού κλάδεψα τις ελιές και πότισα τα ζωντανά ξεκίνησα να βοηθήσω τον Ηλία να καθαρίσει το πηγάδι του. καθως περνούσα πίσω από το καφενείο είδα το κορίτσι να κάθεται κάτω από μια λεύκα. έμοιαζε αρχαία θεά και λευκή σελήνη. την πλησίασα με όλο το θάρρος που είχα.
-έχεις σκοπό να έρθεις και του χρόνου; θα έχω λεφτά τότε να χορέψω μαζί σου.
σηκώθηκε και το ηλιόφως όλο κάθισε στα μάτια της.
-δεν χρειάζεται λεφτά για να χορέψεις μαζί μου. βάλε το χέρι σου στη μέση μου. θυμάσαι το χτεσινό τραγούδι; λέγεται "ο πόθος της νύχτας"
κι αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε σε έναν ρυθμό που γεννιόταν  μέσα στα στήθη μας.

Γιώργος Τρίκερι