Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Το φιλί της υπόσχεσης


Κουνιόταν στην πολυθρόνα της, πάνω κάτω, πάνω κάτω, ένας απαλός ήχος συνόδευε το σπάσιμο των ξύλων στο τζάκι. Εκείνος την έβλεπε και τα μάτια του έβγαζαν ένα παράξενο φως.
Οι ίριδες των ματιών του ήταν καπνισμένα φλόγιστρα που αγκάλιαζαν τα γόνατα της και την αρχή του στήθους της.
Έβαλε το πόδι του σαν φρένο και σταμάτησε το κούνημα της πολυθρόνας.
Εκείνη τον κοίταξε τρεμοπαίζοντας τα μάτια της.
Τα μάτια της ήταν σκιστά σαν την γάτας και διαπεραστικά.
Έριξε κι άλλο ξύλο στο τζάκι και την πλησίασε.
Χάιδεψε τα γόνατα της σηκώνοντας λίγο προς τα επάνω το φουστάνι της, το άρωμα της τον ράγισε, αναδύθηκαν γιασεμιά και ζουμπούλια με λίγο σάνταλο.
Εκείνη αναστέναξε βαθιά.
Την πλησίασε.
Τα δυο ζώα που κρύβονταν μέσα τους πήραν λάβα από τα ξύλα και την επιθυμία τους.
Μπήκε στο στόμα της με ολόκληρο το στόμα του.
Το τριγύρισε με την γλώσσα του και τα χείλια της άνοιξαν σαν θαλάσσιες ανεμώνες.
(Είσαι η δικιά μου γκέισα τώρα), της είπε και μετά άρχισε να γλείφει την καμπύλη στον λαιμό της, παραμέρισε τα μαλλιά της και την μούσκεψε μιλώντας της σαν ακροβάτης ψιθύρων και λέξεων.
Τον έσφιξε επάνω της.
Τραβούσαν ελαφρά την σάρκα των χειλιών τους ο ένας μέσα στο στόμα του άλλου.
(Το φιλί είναι ο προθάλαμος του έρωτα), είπε αυτή και ξέφυγε από την αγκαλιά του.
Την έριξε σιγανά στο χαλί.
Την δάγκωσε και μερικές σταγόνες αίματος ανακατεύτηκαν με το σάλιο τους.
Ένα γλυκόπικρο ζώο τους ράντιζε με τον πόθο του.
Μετά δεν ήταν μόνο πόθος, ήταν κάτι σαν γνώριμο, κάτι σαν σάρκα με σάρκα δεμένη με δεσμούς από παλιά.
Το σπίτι ράγιζε σαν κρύσταλλο από τις φωνές τους.
Δεν μπήκαν ο ένας μέσα στον άλλον, ήταν κλωστές σάρκας, αίματος και επιθυμίας να καούν με τις ψυχές τους.
Αυτή ήταν μια διαβόλισσα με σκιστά μάτια κι αυτός ένας σατανάς σε πλήρη ακμή.
Η τελετή της αφής και της γεύσης άρχιζαν σαν απελπισμένοι οδοιπόροι, σαν οδοιπόροι που χρόνια τώρα δεν είχαν δει άνθρωπο..
(Αύξησε το όριο σου), είπε εκείνη με μαλλιά και μάτια από φωτιές , (διώξε όλους αυτούς που ξέρεις, έξω ο κόσμος στάζει λύπη).
(Κι εμείς είμαστε λύπη, ο πόθος όταν φτάνει τόσο ψηλά γίνεται λύπη, αδειάζεις και ξεβράζεσαι στην αμμουδιά σαν κούτσουρο), ειπε αυτός και διέσχισε με την γλώσσα του το στόμα της..
(Είμαστε ζωή και θάνατος), του είπε και βρέθηκε επάνω του.
Το δωμάτιο έμοιαζε σαν θρυμματισμένη μπάλα Χριστουγέννων, από αόρατα θραύσματα, από έρωτα, από αισθήματα, από αισθήσεις, από αγάπη, από βαθιά λύπη και πίκρα που τώρα γινόταν μέλι...
Έξω ήταν όλα στολισμένα,
ήταν Χριστούγεννα,
μια γυμνόστηθη ακτιβίστρια έκλεψε το θείο βρέφος από την φάτνη, ο παγκόσμιος πόλεμος όπλιζε τα νύχια του,
μέσα ήταν ένα σπίτι που παλεύανε δυο άνθρωποι να μην νικήσουν ο ένας τον άλλον,
να νικηθούν μόνο ταυτόχρονα οι δυο τους...

Πόπη Συνοδινού 

επισκεφτείτε τον κόσμο της Πόπης: 
popisynodinou.blogspot.gr