Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Η τρίτη διάσταση του έρωτα


Υπέκυψα. Οι δυνάμεις μου δεν ήταν αρκετά δυνατές για να παλέψουν με την γοητεία σου. Ζαλίστηκα διπλά σαν κάθισα δίπλα σου από την αρχή της βραδιάς. Κάτι μέσα μου έλεγε πως αν κοντά σου αναπνεύσω, θα ζητήσω μέσα στην διάρκεια της νύχτας να έρθω σε επαφή με τα πορτόφυλλα που ανοιγοκλείνουν για να βγαίνει ετούτη η φωνή που με φυλακίζει μέσα της κι ετούτη η ανάσα που ποθώ να καταπιώ. Μα το ήξερα από την αρχή, τα ήξερα όλα. Και πως δεν αγαπούσα εκεί που ήμουν γιατί απλά η θέση ήταν δική σου. 
Ήταν αρκετό μόνο να σε δω ξανά. Το όνομά μου δεν θυμόσουν. Το δικό σου γαργαλούσε τον λαιμό μου λέγοντάς το. "Δήμητρα" σου είπα και μέσα μου κατέρρεε κάθε θρασύτατα ορθωμένη ελπίδα μου να σε έχω. Κι ύστερα δεν σε κοιτούσα. Νόμιζα πως θα πέσω μέσα στο βλέμμα σου. Σαν πηγάδι το έβλεπα που μόλις θα πλησίαζα θα γκρεμοτσακιζόμουν μια για πάντα και θα εγκλωβιζόμουν σε δαύτο. Εσύ όμως με άγγιζες στην διάρκεια της βραδιάς, τυχαία, κι εγώ ανατρίχιαζα. Ύστερα είπες συγγνώμη που με ενοχλείς και πήγες πιο μακριά. Ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος της ζωής μου εκείνη η απόσταση.  Ένιωθα να με απορρίπτεις συνέχεια. Έπρεπε να με χαστουκίσει κάποιος, κάτι, να συνέλθω. Το πήρα απόφαση κι έριξα το βλέμμα μου στο ποτό, στους φίλους, στο μαγαζί, στα τσιγάρα, μέχρι που ξεκίνησα να μιλάω μαζί σου ασταμάτητα. Κοίταζα τα μάτια σου με άλλο ύφος πια αφού ήμουν πεπεισμένη πως δεν θα μπορούσα να τα αιχμαλωτίσω επάνω μου. Και πηγαινοερχόντουσαν τα ποτά. Και δεν σταματούσαν τα τσιγάρα. Μέχρι που άρχισαν τα μάτια σου να λιώνουν μέσα στο στόμα μου. Άρχισε η γλώσσα μου να παραμιλάει. Έκλεινε το μαγαζί. Φεύγαμε. Και ξαφνικά ένιωσα τα χέρια σου γύρω μου να με σφίγγουν. Ένιωσα να με έχεις αγκαλιά και να μην θέλεις να φύγω. Εκεί ήταν που ελευθερώθηκε η έντασή μου και το όνομά σου συνάντησε τα χείλη μου. Πήγαμε κάπου αλλού να τελειώσουμε την βραδιά και να αρχίσουμε να πληρώνουμε τις συνδρομές μας στον έρωτα φιλώντας η μία την άλλη ασταμάτητα. Σαν χρόνια αφίλητα τα χείλη μου άρπαξαν τα δικά σου και ήρθε το πρώτο μαγικό φιλί που ένωσε τα κορμιά μας από δύο σε ένα. Με τα μάτια κλειστά και τα χέρια μου γύρω σου να σε τραβούν επάνω μου, εγώ. Με βλέμμα απειλητικό σκυμμένη επάνω μου, εσύ. Σαν να έψαχνε κάτι η μία στο στόμα της άλλης με τα χείλη και να ήταν ζήτημα ζωής. Σαν να προσπαθούσαμε να πάρουμε την τελευταία πνοή μαζί. Σαν να ρουφούσε οξυγόνο η μία από το στόμα της άλλης. Σαν να μην είχαμε πιάσει άλλο κορμί. Σαν όλα γύρω να κατέρρευσαν και να μείναμε δυο μας στον πλανήτη που μέχρι πριν σε συναντήσω ήταν άγονος και ξερός και ξάφνου, στο πρώτο μας φιλί άρχισαν γύρω μας να ανθίζουν  τριαντάφυλλα έως το ύψος μου και ίσως πιο ψηλά .Κόκκινα, κίτρινα, λευκά, κι άρχισε να κυλά η πανδαισία ετούτη μέσα στα ρουθούνια μου με το μοναδικό άρωμα των λουλουδιών που αν εισπνεύσεις γρήγορα θα σε ζαλίσει. Ένα γλυκό ναρκωτικό της φαντασίας που ζητώ συνέχεια όπου σε δω. Τότε με έζωσαν τα φίδια. Νόμιζα πως είχα πιει τόσο που είχα παραισθήσεις. Όχι, δεν πίστεψα καμιά στιγμή ότι με θέλεις. Νόμιζα μίλαγε το ποτό και η νύχτα. Δεν μπορούσα να αφεθώ και να σε ζήσω. Επέμενες και σε έδιωχνα. Αλλά δεν έδιωχνα εσένα. Έδιωχνα τον φόβο μου μην σε ερωτευτώ και φύγεις. Ούτε δείλιαζα επειδή ήμουν σε εκείνο το "αλλού" που δεν με άγγιξε ποτέ. Ήταν ο φόβος μου να σου δοθώ και να μην σε αποκτήσω. Ήταν που αισθανόμουν λίγη μπροστά στο θαύμα που δημιούργησε η φύση για γυναίκα κι εγώ απέναντι σαν χρόνια τυφλός παρατηρητής, άνοιξα τα μάτια και σε αντίκρισα, ήπια από το στόμα σου και ξεδίψασα. Άγγιξα το κορμί σου και γέμισα. Κι ύστερα, ύστερα πίστεψα σε αυτό. Σε έχω τόσο συχνά απέναντί μου και βλέπω πως τα μάτια σου δεν είναι εκείνο το πηγάδι που φοβόμουν μην πέσω αλλά τα παραθυρόφυλλα που κοιτούν την ευτυχία μου. Κοιτάζοντάς τα είναι σαν να βγαίνω σε ένα μπαλκόνι που έχει θέα τους κήπους των πύργων του Λίγηρα. Εκείνους που δεν φτάνει το βλέμμα σου στο τέλος τους. Που οι σειρές με τα λουλούδια νικούν τον ορίζοντα. Εκεί βρίσκομαι κάθε φορά όταν σε κοιτάζω γι αυτό, μην απορείς που καμιά φορά δακρύζω. Είναι από την ανάγκη μου να ποτίσω τα λουλούδια μέσα στα μάτια σου. Μην απορείς που χάνομαι. Ψάχνω να βρω το τέλος του ορίζοντα και τότε με ξυπνάς με το φιλί σου που κολλάει επάνω μου ανακουφιστικά σαν τσιρότο νικοτίνης. 
Σ’ ευχαριστώ. 
Ήρθες για να μου δώσεις μια καινούρια διάσταση στον έρωτα. Την πραγματική του διάσταση. Την τρίτη. Εκείνη που κάνει τα επίπεδα να γίνονται ανάγλυφα κι εκεί που περπατούσα στον μονόδρομο των δύο διαστάσεων χρόνια τώρα, εγκλωβισμένη σε μια ευθεία, άρχισα να χορεύω με τα χέρια ανοιχτά, να πηγαίνω μπρος, πίσω, να ξαπλώνω, να σηκώνομαι, και τέλος, να πετάω με τα φτερά που μου δίνει ο ερωτάς σου. Να σηκώνομαι ψηλά και να γελάω δυνατά. Να χτυπάω τα χέρια μου παλαμάκια και να τραγουδάω στον ουρανό. Η είσοδός μου στην τρίτη διάσταση του έρωτα. Εσύ.

Στην Ελευθερία
Δ.Π.Β.
17.01.2015