Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

ποτέ ! (part three)

αυτό είναι το τρίτο και τελευταίο κομμάτι της ιστορίας για να διαβάσεις την αρχή πάτησε εδώ.


Κατά τις τέσσερις το μαγαζί έκλεινε. Μέναμε ο Μπιλι Μπομπ, η Άνναμπελ κι εγώ. Ξεκινούσε ένα λουκούλλειο συμπόσιο με κοτόπουλο πανέ, βραστά καλαμπόκια, τηγανιτά μεξικάνικα φασόλια και ότι άλλο είχε προετοιμάσει η γυναίκα του. Μόλις ολοκληρώναμε το γεύμα ο Μπίλι Μπομπ έστριβε ένα τσιγάρο μαριχουάνας, έβαζε soul μουσική στο juke box και κερνούσε σφηνάκια τεκίλας. Κάτι τέτοιες ώρες τον έπιανε η φιλοσοφική διάθεση.          
   -Εμείς οι λευκοί αμερικάνοι είμαστε τα μεγαλύτερα παράσιτα του πλανήτη. Αρπάξαμε από τους Ινδιάνους τη  γη τους, από τους Μαύρους τη μουσική τους, από τους Μεξικάνους τις γυναίκες τους. Τραβούσε μια τζούρα απ΄το τσιγάρο, κρατούσε το καπνό στα πνευμόνια του όσο άντεχε και μετά συνέχιζε.
   -Η μεγαλύτερη πρόσφορα των λευκών στην ανθρωπότητα είναι η Coca-Cola και … και … και η Pepsi. Και έπεφτε στο πάτωμα σπαρταρώντας στα γέλια. Λίγο πριν το ξημέρωμα μας φόρτωνε στο αγροτικό του φορτηγάκι  για να μας πάει σπίτι. Κυρία μου, ξέρω ότι γίνομαι χυδαίος αλλά ο άντρας που δεν έχει απολαύσει στοματικό έρωτα σε ανοιχτή καρότσα ενός αγροτικού καθώς ανατέλλει ο ήλιος και το άρωμα από τις ροδακινιές ποτίζει όλο το σύμπαν, δεν έχει ζήσει τίποτα. Τις Δευτέρες η Άνναμπελλ είχε ρεπό. Πηγαίναμε για πικ-νικ στις όχθες του Chattooga. Κολυμπούσαμε γυμνοί στο ποτάμι. Μαζεύαμε μούρα και μουντζουρώναμε ο ένας τον άλλον μωβ.   Κάναμε επιδρομές και λεηλατούσαμε ροδάκινα από τα γύρω περιβόλια.
   -Για τα καλοκαίρια μας ζούμε, είχε πει κάποτε ο αδελφός μου. Καθόμουν στη βεράντα και του έγραφα τα κατορθώματα του μεγάλου αδελφού. Από κάπου μακριά ακούστηκε ο θρήνος μιας κουκουβάγιας.  Το καλοκαίρι έγινε φθινόπωρο. Η Άνναμπελ είχε μια πρόσφορα από μια δισκογραφική εταιρεία να πάει στη California. Μου ζήτησε να την συνοδεύσω. Δεν ξέρω αν είχα νοσταλγήσει τη ξιπασμένη ομορφιά  της Αθήνας, τους λιγοστούς φίλους μου ή τους πατατοκεφτέδες της μάνας μου. Σίγουρα μου είχαν λείψει τα αδέλφια μου και το γέλιο του πατέρα μου.
   Ποτέ δεν έτρεξα πίσω από μια γυναίκα. Ούτε εκείνη τη φορά. Το επόμενο πρωί η κιθάρα , η Άνναμπελ  και τα μπλου τζιν της είχαν φύγει. Δεν έφαγα ομελέτα. Ήπια απαίσιο καφέ και κάπνισα τα τσιγάρα που είχε αφήσει.  


   Έχουν περάσει είκοσι  χρόνια από τότε. Γύρισα στην Ελλάδα και έζησα μια ζωή σαν όλες τις ζωές. Λίγο μποέμικη, λίγο τυχοδιωκτική. Δεν πέτυχα σημαντικά πράγματα. ίσως μου λείπει το ένζυμο της ματαιοδοξίας. Τώρα πια οι μέρες μου στον αμερικάνικο Νότο φαντάζουν σαν μακρινό όνειρο, σαν μια ταινία που είδα αργά ένα βράδυ και δεν την πολυθυμάμαι.  Ώσπου προχθές συνέβη κάτι. Οδηγούσα στην Παραλιακή κι άκουσα ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο. Ήταν η φωνή της Ανναμπελ, χωρίς τη βραχνάδα απ΄ τα τσιγάρα. Πήρα το ραδιοφωνικό σταθμό απ΄το κινητό.  Μια αμερικάνα τραγουδίστρια, Αριάδνη το όνομα της. Αριάδνη; Παράξενο όνομα για τραγουδίστρια της country. Εκείνο το απόγευμα μπήκα σ΄ένα δισκάδικο κι αγόρασα το cd. “Never is a long time” ο τίτλος του.  Παρατήρησα τη φωτογραφία της στο εξώφυλλο. Ένα εικοσάχρονο κοριτσάκι γλυκό σαν ροδάκινο.  Όπως και η φωνή όλα ήταν Άνναμπελ. Το σκέρτσο στη πόζα, τα αγορίστικα μαλλιά, τα αμερικάνικα στήθη, τα ειρωνικά χείλη. Τα μάτια όμως … 
   Έβγαλα το βιβλιαράκι απ΄τη θήκη και το ξεφύλλισα. Στη τελευταία σελίδα διάβασα την  αφιέρωση «στον περαστικό πατέρα που δεν γνώρισα ποτέ. Εύχομαι να βρήκε την Ιθάκη του». Το cd παίζει όση ώρα γράφω. Ωραία τραγούδια, αισιόδοξα. Στίχοι γραμμένοι από μια κοπελίτσα που δεν έχει φιλήσει ακόμη αρκετούς βάτραχους για να γνωρίζει τη απογοήτευση που τόσο απλόχερα χαρίζουμε κάποιες φορές εμείς οι άντρες. Λέω να σας αφήσω να το απολαύσω με την ησυχία μου. Εσύ φίλε μου, πήγαινε μια βόλτα. Στο βουνό, στο πάρκο , στη θάλασσα. Όπου έχει καθαρό αέρα. Σκέψου αυτά που μοιραστήκαμε απόψε. Φρόντισε σε παρακαλώ να μην κάνεις τα λάθη μου. Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο με τα λάθη που έχω κάνει. Απλώς δεν θα ήθελα να το διαβάσω. Γι΄ αυτό φτιάξε τα δικά σου λάθη. Εσείς, κυρία μου αν θέλετε ο άντρας να τρέξει πίσω σας, καθώς φεύγετε γυριστέ και χαμογελαστέ του. Εγώ θα μείνω εδώ με τις γάτες  μέχρι να ξεχάσω να γράφω και να μάθω να ζω.
   Ποτέ δεν είναι αργά. 

Γιώργος Τρίκερι.