Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

ποτέ ! (part two)


Για να διαβάσεις το πρώτο μέρος: http://trikeriotis.blogspot.com/2011/04/part-one.html

Δεν ήταν από εκείνους τους υψιπετείς έρωτες των ποιητών. Ήταν περισσότερο μια δίνη λυσσασμένης λαγνείας κι εμείς δυο νεαρά κορμιά που στροβιλίζονταν μέσα της. Το όνομα της ήταν Άνναμπελ. Το έμαθα το επόμενο πρωινό. Καθόμασταν στη κουζίνα της. Μου είχε φτιάξει μια υπέροχη ομελέτα κι έναν απαίσιο καφέ. Με χάζευε καθώς έτρωγα και κάπνιζε ασταμάτητα.
-Τυχερός είσαι. Δεν περίμενες να σου κάτσω τόσο εύκολα. Φταίει η προφορά σου. Ότι και να πεις ακούγεται τόσο εξωτικό. Με λένε Άνναμπελ.
Κάτι πήγα να πω αλλά μόλις είχα χώσει μια μεγάλη μπουκιά στο στόμα μου.
-Είναι λιγάκι αργά  για «χαίρω πολύ» . Φάε την ομελέτα σου, θα κρυώσει. Από που είσαι; Γιατί σίγουρα δεν είσαι από τα μέρη μας.
Όταν τελείωσα  την ομελέτα και της είπα ότι με λένε Γιάννη και είμαι Έλληνας ξετρελάθηκε. Ήταν γεμάτη απορίες. Έχουμε αυτοκίνητα ή κυκλοφορούμε με άρματα; Ζούμε σε κανονικά σπίτια ή σε μικρούς Παρθενώνες; Απέκτησε και ένα περίεργο βίτσιο. Την επομένη φορά που κάναμε έρωτα, που ήταν αμέσως μόλις τελειώσαμε τον καφέ, ήθελε να της μιλάω ελληνικά. Για να μην της χαλάσω χατίρι, τη στιγμή που το ένα μου χέρι χάιδευε τα αμερικάνικα στήθη της και τα δάχτυλα του άλλου μου χεριού εισχωρούσαν αργά αλλά τολμηρά στον κόλπο της, χρησιμοποιώντας τη πιο λάγνα χροιά της φωνής μου άρχισα να της αφηγούμαι τους άθλους του Ηρακλή, το ταξίδι του Οδυσσέα, τα κατορθώματα του Θησέα κι ότι άλλο θυμόμουν απ΄ το δημοτικό. Από ένα σημείο και μετά  άρχισα να το ζω πραγματικά. Καθώς περιέγραφα το βασανιστήριο του Σίνη, που έδενε  τα πόδια των θυμάτων του στα δυο πεύκα, της είχα ανοίξει τα πόδια διάπλατα σε σημείο που πονούσε. Που πονούσε και της άρεσε. Όταν πια ο Θησέας μπήκε στο λαβύρινθο δεν άντεξα και εκσπερμάτισα. Μετά όταν καπνίζαμε, λουσμένοι και οι δυο στον μετασυνουσιαστικό ιδρώτα, με ρώτησε τι ακριβώς έλεγα όταν το κάναμε. Μόλις είχαμε γνωριστεί, δεν μπορούσα αρχίσω από τώρα τα ψέματα. Οπότε της είπα την αλήθεια. Σαν χαζοαμερικανάκι που ήταν ενθουσιάστηκε. Δεν με άφηνε ήσυχο μέχρι να της πω ολόκληρη την ιστορία. Όταν αυτοκτόνησε ο Αιγέας έβαλε τα κλάματα και άρχισε να με χτυπάει στο στήθος, λες και εγώ έφταιγα που ξέχασαν να ανεβάσουν τα λευκά πανιά. Αλλά τώρα το είχα μάθει το κόλπο. Το γύρισα στα ελληνικά και έβαλα μπρος τους μύθους του Αισώπου. Είδα το παλμό της να επιταχύνεται στα τρεμάμενα της χείλη και στις φλέβες του λαιμού της. Έτσι πέρασε το καλοκαίρι του 1980 στην επαρχία Μέικον. Με ακατάπαυστο έρωτα και μαθήματα ελληνικής μυθολογίας. Ταυτόχρονα. Στα μικρά διαλλείματα που μεσολαβούσαν η Άνναμπελ μου έφτιαχνε μηλόπιτες, την έπεισα να βάζει μαύρο σουσάμι στη κρούστα κάτι που στην αρχή θεώρησε μέγιστη ιεροσυλία σαν να βάζουμε σταφίδες στο   μπακλαβά ή κακάο στο γαλακτομπούρεκο (προσωπικά και οι δυο ιδέες με ενθουσιάζουν).  Της έμαθα να βάζει φέτα, που βρήκαμε σ΄ ένα ελληνικό μπακάλικο στην Ατλάντα, στις ομελέτες. Έφερα τις κασέτες μου απ΄ το καράβι. Το σούρουπο πριν πάει στο μαγαζί  καθόμασταν στη βεράντα, αυτή με κιθάρα της έπαιζε παλιά country τραγούδια (ακόμη και σήμερα όταν ακούω το Blue moon of Kentucky* μου έρχεται να κλάψω, αν έκλαιγαν οι άντρες.). Μετά έβαζα στο κασετόφωνο παραδοσιακή περουβιανή μουσική που μου είχε χαρίσει ένας μπάρμαν στο λιμάνι του Καλάο, Βαμβακάρη, Γαλάνη, τον Σταύρο του Nότου  που μόλις είχε κυκλοφορήσει, Serge Gainsbourg, Roxy Music. Απ΄ τα ελληνικά λάτρεψε τον Μητροπάνο
-It΄ s the best blues voice I have ever heard, είπε με ενθουσιασμό.
Όταν της μετέφρασα τον στίχο που λέει «τι το θες το κουταλάκι; Να μου δίνεις το φαρμάκι.» βέβαια κατουρήθηκε στα γέλια αλλά επέμενε ότι ήταν κάτι που θα έλεγε ένας bluesman. Τα βράδια η Άνναμπελ τραγουδούσε στο μπαρ. Billy Bob΄s Honky Tonk. Γινόταν της κακομοίρας. Ήταν η εποχή συγκομιδής των ροδάκινων και εργατικά χέρια είχαν έρθει από τις γύρω πολιτείες. Το μαγαζί ήταν πάντα γεμάτο. Οι εργάτες λάτρευαν την Άνναμπελ. Στο πρόσωπο της έβλεπαν τις κοπέλες που είχαν αφήσει πίσω, στα τραγούδια της άκουγαν τον πόνο τους, τη νοσταλγία τους,  τις ζωές τους. Και έπιναν άπειρες μπύρες για να χρωματίσουν τις γκρίζες νύχτες τους. Εγώ καθόμουν σαν πασάς στη μπάρα και θαύμαζα το κορίτσι μου. Μετά από λίγο έγινα ο ανεπίσημος μπράβος του μαγαζιού που σημαίνει ότι βοηθούσα τον Μπίλι Μπομπ να πετάει έξω όποιον μεθυσμένο παραφερόταν. Ο Μπίλι Μπομπ ένας πρώην πεζοναύτης σε μέγεθος ψυγείου τα κατάφερνε μια χαρά με τους ελάχιστους ταραξίες όποτε το μόνο μου καθήκον ήταν να κατεβάζω όσες marguerites μπορούσα. Η Άνναμπελ έκλεινε το σόου της με μια αντάτζιο instrumental βερσιόν της Φραγκοσυριανής. Στο τέλος αγκάλιαζε τη κιθάρα σαν ένα χαμένο εραστή που ξανασυναντούσε μετά από αιώνες και με το βλέμμα της καρφωμένο πάνω μου έλεγε τα παρακάτω λόγια «Baby, give me a spoonful of the poison of your love. It may kill me but it tastes so sweet. May all the lonely hearts find a warm body to hold. Goodnight. ». τα έκανε κάτι τέτοια η
τρελό-Άνναμπελ μου. 

Γιώργος Τρίκερι.

 για να διαβάσεις τον επίλογο της ιστορίας πάτησε εδώ.

*http://www.youtube.com/watch?v=4ULzgFTVTPA