Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΣΤΙΒΑΝΙΑ.


Δεν θυμάμαι άλλη φορά τη φωνή του να με παρακαλάει έτσι. Δεν του ταίριαζε. Αυτουνού που’χε φτάσει ως το Εσκί Σεχίρ περπατώντας και γύρισε πίσω καθιστός κι ούτε πως έγινε δε μας είπε.  Στο καρότσι που του ‘φτιαξα καλαφατίζοντας τα ξύλα από το κάρο μας – άχρηστο κι αυτό χωρίς το μουλάρι του – κάθισε και δεν ξανασηκώθηκε.
Μου μαγκώθηκε η καρδιά που το ‘δα έτσι πεταμένο απάνω του.  Τα πρόβατά μας φευγάτα στο λιόφυτο να βοσκάνε ήσυχα ότι στερηθήκανε τόσο καιρό κι αυτός δαρμένος και ριγμένος κατάχαμα να μη μπορεί ούτε ανάσκελα να γυρίσει. Από τη μέρα που γύρισε πίσω σακάτης είπα μέσα μου πως δεν θα τον άφηνα να βουλιάζει στην πίκρα άχρηστος.  Κάθε πρωί τον ανέβαζα στο σπαρμένο μας μαζί με το καρότσι του και τα πρόβατα, να τα φυλάει να μην πάνε στη ζημιά.  Εγώ συνέχιζα άλλη μια ώρα δρόμο για το χωραφάκι της μάνας που το καθάριζα από τις πέτρες.  Στο γυρισμό το βράδυ έπαιρνα εγώ στην πλάτη μου αυτόν κι εκείνος το καρότσι στη δική του.  Τον ένιωθα τότε απάνω μου ελαφρύ και μου λείπαν τα δύο του πόδια πιο πολύ εμένα, μου φαίνεται.  Μου έλειπε κι όταν τον κουβάλαγα στην πλάτη, ο μεγάλος μου αδερφός που έκανε τη μάνα μας να καμαρώνει όταν της διαβάζα τα γράμματά του και μ’ έστελνε να τα διαβάζω και στη γειτονιά.  Αυτός μου μιλούσε λιγάκι καμιά φορά για τα πρόβατα και τις δουλειές μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, μπορεί για να μ’ ευχαριστήσει που τον κουβάλαγα, γιατί μετά δεν έβγαζε άχνα. Έτρωγε αμίλητος κι έπινε το κρασί του κι ύστερα κάπνιζε με τα μάτια του κλειστά σαν να ‘μπαινε σ’ όνειρο, ολόρθος μες τα γυαλιστερά του στιβάνια και τη στολή.  Η μάνα μου μάζευε το τραπέζι κι ύστερα τράβαγε την καρέκλα της δίπλα του, τράβαγε και τη μαντίλα της χαμηλά μέχρι τα μάτια, σταύρωνε τα κουρασμένα χέρια κι αφηνότανε να την παίρνει ο ύπνος έτσι, καθιστή.  Ένιωθα τότε το σπίτι μας ξέσκεπο και κρύο να περιμένει ένα ζευγάρι γυαλιστερά στιβάνια να διαβούνε το κατώφλι του, για να συνεχίσει η ζωή μας να κυλάει.
Από ντροπή δεν είχε φωνάξει για βοήθεια. Τον ανασήκωσα και του σκούπισα το πρόσωπο από τις λάσπες, στην αρχή δεν ήθελε να μου πει ποιος το ‘κανε.  Ήξερε όμως πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, η κλεψιά και ο ξυλοδαρμός θα ’χαν ήδη μαθευτεί στο χωριό. Τον σήκωσα στο καρότσι και τον άφησα εκεί. Φεύγοντας τον άκουσα να φωνάζει παρακαλετά πως δεν πείραζε για ένα πρόβατο, δεν πείραζε. Για το ξύλο δε μου ‘πεφτε λόγος, να κοίταγα τη δουλειά μου. Τη δουλειά μου κοίταγα… Τον κλέφτη τον ήξερα, ήταν από τα μέρη μας. τ’ αριστερό του αυτί κομμένο το πήγα στον αδερφό μου το ίδιο βράδυ.

Χαϊδεύω τα γένια μου που μου φυτρώσανε μέσα στη φυλακή.  Δυό χρόνια τα περιποιούμαι σαν παράσημο, όχι για τη μάνα μα για κείνον που με νομίζει ακόμα παιδί.  Σήμερα λογαριάζω μόλις βγω, να πάω στα στιβανάδικα και ν’ αγοράσω ένα ζευγάρι μαύρα στιβάνια. Δε θα τα φορέσω παρά μόνο σα φτάσω έξω από το χωριό, αργά τ’ απόγευμα.  Μ’ αυτά θα διαβώ το κατώφλι μας, πρώτη φορά ύστερα από τόσο καιρό, για να με δει η μάνα μας, να με δει και το σπίτι και η ζωή μας να αρχίσει ξανά.


                                                                                    Ντόρα Μ.